Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΩΝ Κ. ΠΡΟΚΟΒΑ - Ν. ΚΑΤΣΑΝΗ ‘ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ’

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΩΝ Κ. ΠΡΟΚΟΒΑ - Ν. ΚΑΤΣΑΝΗ
‘ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ’
Γ. Συνεφάκης, Αρχιτέκτων-πολεοδόμος, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Α.Π.Θ., τ. πρόεδρος του Σ.Λ.Θ.
Λιβάδι Ολύμπου, 11 Αυγούστου 2013 - Ζάννειο Πνευματικό Κέντρο

Πριν ξεκινήσω την ομιλία μου για το βιβλίο ‘ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ’, επιτρέψτε μου ένα μικρό σχόλιο, φαινομενικά εκτός θέματος:
Θα ήθελα να τονίσω έντονα το πόσο σημαδιακή είναι αυτή η σημερινή ημέρα. Συμπυκνώνει όλο αυτό που εγώ τουλάχιστον θεωρώ ότι είναι η Ελλάδα μας. Η άλλη Ελλάδα, η Ελλάδα της ευαισθησίας, η Ελλάδα της τρυφεράδας, αυτή που δεν ακκίζεται ή αποχαυνώνεται μπροστά στις οθόνες της τηλεόρασης, η Ελλάδα η σεμνή, η πραγματική Ελλάδα μας. Ένα μείγμα, ένα κράμα χαρμολύπης, όπου το συγκινησιακό εναλλάσσεται διαρκώς, μεταπηδάει με απόλυτα αρμονικό τρόπο από τη λύπη στη χαρά, από το τραγικό στο χαρωπό, από την δυσθυμία στην ανάταση της ψυχής, από το δάκρυ στο χαμόγελο. Κι αυτή η σύζευξη θα έλεγα ότι γίνεται με έναν τρόπο απολύτως ανθρώπινο, με έναν τρόπο απέριττης ευγένειας και ομορφιάς. Από το ετήσιο μνημόσυνο λοιπόν του πολυαγαπημένου μας Γιάννη Τριάρχου που τόσο μου λείπει -όπως και σε όλους μας-, στην παρουσίαση των βιβλίων του πολυαγαπημένου μας Κώστα Προκόβα. Από το “Αιωνία σου η μνήμη Γιάννη μας”, στο “Να είσαι πάντα γερός Κώστα μας”. Ένα δωρικό μεγαλείο. Από τη λύπη στη χαρά. Αυτή είναι η απόλυτη επιτομή της χαρμολύπης. Είναι τελικά ο κοινωνικός μας πλούτος, η συναισθηματική μας εστία, ο οίκος της ψυχής μας, το απόλυτο ελληνικό Ήθος, με την αρχαία έννοια του όρου. “Φύλαγέ λοιπόν Θεέ μου τουλάχιστον όσα έχουν πεθάνει”, αλλάΦύλαγέ επίσης Θεέ μου και όσα δεν θα πεθάνουν ποτέ”.

Ο Κώστας Προκόβας μου πρότεινε αίφνης να παρουσιάσω το βιβλίο ‘ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ.’, το οποίο συνέγραψε με τον Νίκο Κατσάνη. Το να επιχειρήσει να παρουσιάσει κανείς ένα βιβλίο του Κώστα Προκόβα, εμένα προσωπικά μου προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα σεβασμού και δέους. Διότι τα βιβλία του Κώστα Προκόβα τα έχουν παρουσιάσει κατά καιρούς μεταξύ των άλλων και ένας Χρίστος Τσολάκης, ένας Νίκος Κατσάνης, η Χρυσούλα Καψωμένου, ο Αντώνης Μπουσμπούκης, ο Νίκος Βαρμάζης και τόσοι άλλοι επώνυμοι και εκλεκτοί διανοούμενοι και μάστορες του πνεύματος. Ως πρόεδρος του Συλλόγου Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης ‘Ο Γεωργάκης Ολύμπιος’, είχα την τιμή να προλογίσω θεσμικά 3 βιβλία του και να παρακολουθήσω από κοντά σχετικά τον συγγραφικό οίστρο του Κώστα Προκόβα, ο οποίος μας χάρισε 5 βιβλία και 1 λεξικό. Αλλά ποτέ δεν τα είχα παρουσιάσει ο ίδιος. Μεγάλη μου τιμή επομένως, να το παρουσιάσω εγώ το βιβλίο αντί του Νίκου Κατσάνη και μεγάλη μου ευθύνη να καταφέρω να σας το παρουσιάσω σε όλο το μήκος, το πλάτος και κυρίως το βάθος του.
Θα ξεκινήσω λοιπόν από τα τυπικά χαρακτηριστικά του βιβλίου.
Πρόκειται γιά μία κομψή έκδοση 145 σελίδων, που την σχεδίασε και επιμελήθηκε το ‘Τυπογραφικό Εργαστήρι ΓΡΑΜΜΑ’ του φίλου του Λιβαδίου Θόδωρου Βαρθολομαίου στη Θεσσαλονίκη. Συγγραφείς είναι από κοινού οι Νίκος Κατσάνης και Κώστας Προκόβας. Τα συγγραφικά δικαιώματα οι συγγραφείς τα εδώρισαν στον Σύλλογο Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης ‘Ο Γεωργάκης Ολύμπιος’, ο οποίος είναι και ο εκδότης. Η έκδοση αυτή, μαζί με το άλλο επανεκδοθέν βιβλίο του Προκόβα ‘ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΗΣ’, κατέστη εφικτή και χάρις στην ευγενή συμβολή των οικογενειών του Δημήτρη Ζάννα και του Στέλιου Μεταξιώτη. Στο βιβλίο είναι ενσωματωμένες πολύ εύστοχα και κάποιες χαρακτηριστικές φωτογραφίες από τον οικισμό και την ευρύτερη περιοχή του Λιβαδίου.
Ξεκινώντας την ανάγνωση, βρίσκουμε τον δισέλιδο αρχικό πρόλογο, τον οποίο υπογράφουν τα μέλη του Δ.Σ. του Συλλόγου-εκδότη, του Σ.Λ.Θ., ένα κείμενο που μας εισάγει ουσιαστικά στο πνεύμα του περιεχομένου. Επ’ ευκαιρία, θα ήθελα να συγχαρώ ονομαστικά όλο το Δ.Σ. του Συλλόγου, τον πρόεδρο Αλέξη Κουτσιάη, την Α/Πρόεδρο Φρόσω Χρυσικού-Ντάμπου, τον Γεν. Γραμματέα Διονύση Κοκκινοπλίτη, τον ταμία Λάζαρο Μπάμπα και τα μέλη Θέμη Καψάλη, Δημήτρη Μπατζάκη, Τάσο Μπέλλη. Γνωρίζω πολύ καλά, έχοντας ζήσει στο πετσί μου, το τί σημαίνει αυτή η προσπάθεια και το πόσο επίπονη είναι. Ένα μεγάλο μπράβο τους.
Έπεται μία εξασέλιδη εισαγωγή (αντί προλόγου την ονομάζει) του Κώστα Προκόβα, η οποία στην ουσία αποτελεί και το σκεπτικό του συγγραφέα για τον λόγο που έγραψε αυτό το πόνημα. Πρόκειται για ένα εξαίρετο κείμενο, μία θαυμάσια επεξήγηση της προσπάθειας που κατέβαλε ο Προκόβας για να συγκεντρώσει όλα τα τοπωνύμια της περιοχής του Λιβαδίου και να τα καταθέσει σε όλους εμάς ως παρακαταθήκη. Οι μνήμες σβήνουν με τον χρόνο, τα γραπτά όχι. Τονίζει ο Προκόβας ότι τα τοπωνύμια είναι το άγραφο στοιχείο μιάς περιοχής, είναι οι σηματωροί της ιστορικής, της συλλογικής και της ατομικής μνήμης. Είναι οι πατημασιές της ιστορίας ενός τόπου, είναι τα χνάρια και το αποτύπωμα της ανθρώπινης ζωής χωροχρονικά, όπως συμπληρώνω εγώ. Αν προσπαθήσεις να τα μετονομάσεις, να τα ξεχάσεις, να τα ξεριζώσεις, χάνεις και το πρόσωπο της γης, η ατομική και συλλογική μνήμη σκοτεινιάζει, ο τόπος γίνεται άτοπος, ξένος και η μνήμη γενεών ανθρώπων, η γη των πατέρων ένα κενό, λέει ο Προκόβας και έχει δίκιο. Η γνώμη μου είναι ότι ένας τόπος, ένας οικισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία προβολή της ιστορίας στο έδαφος. Η δε μελέτη της, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ανάγνωση και ερμηνεία των ιχνών που διαστρωματικά οι άνθρωποι άφησαν και αφήνουν επάνω του.
Η εξέλιξη της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και των μεταφορών, καθώς και ο εκσυγχρονισμός των μέσων παραγωγής και μεταφορών αντίστοιχα, αποδυνάμωσε αισθητά και τη μεγάλη σημασία που είχαν τα τοπωνύμια για την επικοινωνία και τη συνεννόηση των ανθρώπων και κυρίως των επαγγελματιών του είδους μιάς παλαιότερης εποχής. Η εκμηχάνιση και η εξέλιξη της τεχνολογίας μετέβαλλε αναπόφευκτα τις επικοινωνιακές συμπεριφορές των ανθρώπων μεταξύ τους και κατά συνέπεια ξεθώριασε η ισχύς των τοπωνυμικών σημείων αναφοράς.
Στα τοπωνύμια ενός τόπου, υπάρχει μια χρονική διαστρωμάτωση. Άλλα δηλαδή τοπωνύμια είναι παλιά και άλλα νέα. Συνήθως έχουν λάβει το όνομά τους από γενιές που έζησαν πριν από δεκάδες ή και εκατοντάδες χρόνια. Η σημασία ενός τοπωνυμίου είναι απολύτως κατανοητή, καθώς το τοπωνύμιο παίρνει το όνομα από την ομιλούμενη γλώσσα των κατοίκων της περιοχής που βρίσκεται. Εάν η λέξη-όνομα δεν είναι ιδιωματική ή διαλεκτική, αλλά ανήκει στην ευρύτερη γλωσσική οικογένεια, τότε είναι κατανοητή και από το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας. Με το πέρασμα του χρόνου, το τοπωνύμιο αυτό μεταφέρεται από γενιά σε γενιά. Όσο το όνομα του τοπωνυμίου αποτελεί και λέξη (ή λέξεις) του καθημερινού λεξιλογίου, της ζωντανής γλώσσας, οι υπάρχουσες γενιές κατανοούν και τη σημασία του. Από ένα σημείο και μετά όμως, το τοπωνύμιο μπορεί να χρησιμοποιείται, δίχως αυτοί που το αναφέρουν να καταλαβαίνουν πια τι εννοεί. Γίνεται έτσι ένα “παράξενο” όνομα, μια άγνωστη λέξη, που όμως οι άνθρωποι εξακολουθούν να χρησιμοποιούν για να δηλώσουν τον ίδιο τόπο που δήλωναν και οι πρόγονοί τους.
Ειδικά για το Λιβάδι, με την πολύ μεγάλη διοικητική του έκταση (περί τα 148 τ.χλμ.), η αναπόφευκτα μεγάλη ποσότητα των τοπωνυμίων (ο Προκόβας εντόπισε 341, τα οποία και σχολάζει), υπέστη και συνεχίζει να υφίσταται την φυσιολογική και τη σταδιακή τους σημασιολογική αποφόρτιση από τους επικοινωνιακούς κώδικες των κατοίκων του.
Ο Κώστας Προκόβας, στην ευάριθμη από άποψη σελίδων αυτή εισαγωγή του, προσπαθεί και επιτυγχάνει απόλυτα να κερδίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, ακόμη και εκείνου που δεν έχει ρίζες ή καταγωγή λιβαδιώτικη, αλλά θέλει να εμβαθύνει στην γνωριμία του με έναν ιστορικό τόπο, όπως το Λιβάδι.

Ακολουθεί το κυρίως κείμενο, το οποίο υπογράφει ο Νίκος Κατσάνης, μία 10σέλιδη μικρή πραγματεία κατά τη γνώμη μου, η οποία δεν λειτουργεί μόνο ταξινομητικά στην πληθώρα των καταγεγραμμένων τοπωνυμίων του Λιβαδίου, αλλά εμβαθύνει και γλωσσολογικά, αναλύοντας και επεξηγώντας την προέλευσή και την δομή τους. Παραθέτει δε και μία πλούσια βιβλιογραφία, που αφορά τόσο το θέμα των τοπωνυμίων γενικά, όσο και το ίδιο το Λιβάδι, όπου συμπεριλαμβάνει κάθε πηγή αναφοράς σ’ αυτό, ακόμη και σε εφημερίδες.
Ο Κατσάνης ξεκινάει με έναν άκρως εύστοχο ορισμό των τοπωνυμίων (στον οποίο αναφέρθηκε και ο πρόεδρος του Σ.Λ.Θ.), ότι θεωρούνται ‘επιγραφαί γεγλυμέναι επί του εδάφους’. Ο Κατσάνης κάνει μία εκπληκτική συνειρμική αναφορά πάνω στα θέματα των Βλάχων και της Βλάχικης γλώσσας. Θεωρεί ότι διανύουν τα ύστερα χρόνια της παρουσίας τους στον ελληνικό και βαλκανικό χώρο και ο κύκλος της ιστορικής διαδρομής τους κλείνει σε σύντομο χρονικό διάστημα. Αναφέρει ότι η πολιτικοποίηση του Βλάχικου ζητήματος και η παρέμβαση αλλοεθνών και αυτόκλητων προστατών, υπήρξαν η απαρχή της παρακμής των Βλάχων και της Βλάχικης γλώσσας. Η εκμετάλλευση αυτού του γεγονότος από εσωτερικούς πατριδοκάπηλους και καιροσκόπους, στέρησαν τους Βλάχους από την έρευνα της ιστορικής τους διαδρομής και την ανάδειξη της τεράστιας προσφοράς τους προς τον ελληνισμό, όχι μόνο κατά τους εθνικούς αγώνες αλλά και κατά την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και την πολιτισμική της ακτινοβολία. Είναι μία αποστροφή του Κατσάνη, η οποία προσωπικά με καλύπτει πλήρως, έχοντας ζήσει τα τελευταία χρόνια από κοντά τις ατελέσφορες φυσικά προσπάθειες της παραχάραξης της ιστορίας μας και της εκ του πονηρού καιροσκοπικής πατριδοκαπηλίας ορισμένων κύκλων intra muros, εντός των τειχών δηλαδή.
Για όλους αυτούς τους λόγους είναι αναγκαίο και σημαντικό, έστω και την ύστατη ώρα, να συλλέξουμε κατά τον Κατσάνη όλες τις εναπομένουσες ψηφίδες της ιστορίας των Βλάχων ώστε να χρησιμεύσουν ως διαρκής παρακαταθήκη στον ελληνικό λαό. Σ' αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η παρούσα συλλογή τοπωνυμικού υλικού που αποτελεί μέρος της ζωής των Βλάχων.
Για να γίνει πιο κατανοητή η τοπωνυμική έρευνα των Βλάχων πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ορισμένα στοιχεία απαραίτητα για την έρευνα και τις συνθήκες που συνετέλεσαν στη διαμόρφωση της τοπωνυμίας των Βλάχικων οικισμών.
Ο Κατσάνης αναφέρει ότι την ιστορική διαδρομή ενός οικισμού, μιας πόλης, ενός έθνους, την καθορίζουν δυο βασικές συνιστώσες: οι άνθρωποι και ο τόπος. Ανάμεσα σ' αυτές υφαίνεται και δομείται η προσωπικότητα των κατοίκων, η ιδεολογία τους, ο πολιτισμός τους, η πολιτική ιστορία τους, η οικονομία τους, το πολίτευμά τους και γενικότερα σκιαγραφείται η πολυσχιδής φυσιογνωμία τους.
Αναφέρεται στο Λιβάδι και στο Μέτσοβο, τα οποία αποτελούν μοναδικό παράδειγμα σ όλο τον ελληνικό χώρο δυο ορεινών κωμοπόλεων, σε υψόμετρο πάνω από 1000 μ. που αντιστάθηκαν στις μεταπολεμικές και μετεμφυλιακές ανακατατάξεις και στο κύμα αστυφιλίας στα μέσα του περασμένου αιώνα, διατηρώντας ένα πληθυσμιακό μέγεθος άνω των 2.500 κατοίκων.
Έτσι σήμερα, παρά τα όποια προβλήματα που αντιμετωπίζουν, αποτελούν δυο οικισμούς οικονομικά εύρωστους, χωρίς μεγάλη πληθυσμιακή αποψίλωση, οι οποίοι εμφανίζονται να συνεχίζουν την παραδοσιακή τους ζωή και τον μικροπολιτισμό τους. Κοινό χαρακτηριστικό και των δυο οικισμών είναι ότι και οι δυο είναι βλαχόφωνοι. Συνεπώς, η αναδίφηση της ιστορίας τους και του μικροπολιτισμού τους, ίσως μπορούν να ερμηνεύσουν την επιτυχημένη διαδρομή τους και να μας διδάξουν το πώς κατάφερε ένας ορεινός οικισμός να επιζήσει στην εποχή μας.
Το Λιβάδι κατά την άποψή μου, αποτελεί μία ξεχωριστή περίπτωση, ακόμη και από το Μέτσοβο. Βρίσκεται σκαρφαλωμένο εδώ και τουλάχιστον 9 αιώνες στα 1.200 μέτρα στο Τιτάριον τμήμα της οροσειράς του Ολύμπου, ψηλά από την αρχαία Τριπολίτιδα, όπου εκτεινόταν η Περραιβική Δωδώνη. Το Λιβάδι ευωδιάζει ιστορία. Βρίσκεται εκτός των μεγάλων οδικών αξόνων της χώρας (σε αντίθεση με το Μέτσοβο), στα όρια και στην τομή τριών πρώην νομών (Λαρίσης, Πιερίας, Κοζάνης) και τριών περιφερειών (Θεσσαλίας, Κεντρικής και Δυτικής Μακεδονίας) της Ελλάδας, με μόνιμους κατοίκους περί τους 2.500 και πλέον, αμιγείς Βλάχους, με παροιμιώδη ευγενή συμπεριφορά, οι οποίοι ζουν ευπρεπώς, ασχολούμενοι κυρίως με την κτηνοτροφία, την γεωργία, την υλοτομία και το εμπόριο. Αυτοί οι ακρίτες των συνόρων μεταξύ ουρανού και Ολύμπου, οι μελωδοί της απέραντης μοναξιάς τους, με ισχυρότατη πατριωτική συνείδηση και με μεγάλη και έμπρακτη προσφορά ψυχής και αίματος σε κάθε εθνικό αγώνα, γράφουν καθημερινά ιστορία, αντιστεκόμενοι όσο μπορούν στην αδιαφορία ή την επιλεκτική μνήμη του κράτους, αντιστεκόμενοι στις τάσεις του πανελλήνιου πληθυσμιακού φυλλορροήματος της περιφέρειας.
Η πρώτη συνιστώσα είναι οι άνθρωποι του Λιβαδίου.
Ο Κατσάνης μνημονεύει τον Προκόβα, ο οποίος με τον γλαφυρό του τρόπο σκιαγράφησε τα πρόσωπα, τις δραστηριότητες τους, τα πιστεύω τους, τις θυσίες και την υπομονή, την αντοχή, την αγάπη και την αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων, τις διαφορές τους, τα καλά τους και τα στραβά τους, τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, τις αρετές τους και τις κακίες τους. Το πολύπλευρο συγγραφικό έργο του πολυγραφότατου Προκόβα δεν είχε ως κύριο σκοπό την επιστημονική θεώρηση αυτών των πραγμάτων. Ο Κώστας Προκόβας γράφει ζωντανά, αληθινά, ζεστά και οικεία για κάθε Λιβαδιώτη που έζησε το Λιβάδι τις τελευταίες δεκαετίες. Ο Κώστας Προκόβας δεν γράφει μόνο λογοτεχνία, γράφει ιστορία ή έστω μικροϊστορία.
Η δεύτερη συνιστώσα της ιστορίας είναι ο τόπος.
Η γεωγραφική διαμόρφωση, το πεδινό ή ορεινό του εδάφους, τα βουνά, τα δάση, τα νερά, οι δίοδοι, οι κοιλάδες και το οδικό δίκτυο καθορίζουν τις καλλιέργειες, τα επαγγέλματα, και γενικά τον πολιτισμό και τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Ο χώρος του Λιβαδίου είναι προνομιακός και ιστορικά ευεργετημένος, γιατί βρίσκεται στη γειτονιά των αρχαίων θεών της Ελλάδας, σ ένα ορεινό τοπίο εξαιρετικού φυσικού κάλλους, σε σταυροδρόμι μεγάλων περιφερειών της χώρας και σε κομβικά και στρατηγικής σημασίας περάσματα.
Οι άνθρωποι για να συνεννοούνται καλύτερα μεταξύ τους και για να προσδιορίζουν με ακρίβεια την ιδιοκτησία τους, τον τόπο της δραστηριότητας τους, τους τόπους αναψυχής κλπ. χρησιμοποιούν τα τοπωνύμια,. Λέξεις που περιγράφουν τη γεωγραφική διαμόρφωση των τόπων, τα πρόσωπα που είχαν ιδιοκτησίες, δηλαδή το κτηματολόγιο της εποχής των μεγάλων ιδιοκτησιών, την ύπαρξη εκκλησιών, μοναστηριών. Λέξεις επίσης που αναφέρονται στην ανάμνηση σημαντικών γεγονότων και προσώπων που αφορούσαν τη ζωή του χωριού.
Ο Κατσάνης εμβαθύνει επίσης και σε γενικότερα ζητήματα γλωσσολογικού ενδιαφέροντος, όσον αφορά την γένεση και προέλευση των τοπωνυμίων και την γλωσσολογική τους ταξινόμηση κατά γλώσσα, παραθέτοντας και στατιστικά στοιχεία. Εξετάζει γλωσσικά τα ονόματα των τοπωνυμίων και παρατηρεί ότι είναι ελληνικής καταγωγής, λατινικής, τουρκικής και σλαβικής. Επεξηγεί ωστόσο ότι τα 21 σλαβικά τοπωνύμια δεν είναι σλαβόθετα, δηλαδή δεν ήρθαν Σλάβοι για να ονομάσουν π.χ. τη Βουλοάγκα αλ Καρασούλι, αλλά οι Βλάχοι δανείστηκαν μόνο τη λέξη, είναι δηλαδή ελληνόθετα. Παρατηρεί ότι οι Βλάχοι του Λιβαδίου δεν έχουν τις επαφές που θα περιμέναμε με το σλαβικό στοιχείο, αλλά εμφανίζουν μια ιδιαίτερη καθαρότητα. Τα λατινικά είναι 144, αλλά οι λατινικές λέξεις δεν είναι τόσες γιατί π.χ. το Φιντίνα επαναλαμβάνεται 33 φορές. Τα περισσότερα τοπωνύμια είναι ελληνικά.

Μετά το βαρύτιμο κείμενο του Κατσάνη, έπονται από την σελίδα 27 έως και το τέλος του βιβλίου -περί τις 120 σελίδες-, 341 τοπωνύμια του οικισμού και της ευρύτερης περιοχής του Λιβαδίου. Πρόκειται για τα αποτελέσματα μίας εξαντλητικής έρευνας του Προκόβα, βασισμένης σε κάθε μορφής στοιχεία, έγγραφα ή προφορικά, τα οποία μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες για την γεωγραφική περιγραφή του οικισμού και του ευρύτερου χώρου του Λιβαδίου. Για το κάθε τοπωνύμιο ο Προκόβας αναφέρει την προέλευση της λέξης, καθώς και την ιστορική επεξήγησή της. Προβαίνει δε και σε μία εξαντλητική ερμηνεία του τοπωνυμίου, παραθέτοντας αναλυτικότατα κάθε ιστορικό στοιχείο που έχει βρει γι’ αυτό. Στο τέλος δε, παραθέτει μία πλούσια βιβλιογραφία αναφοράς.

Θα μπορούσε κανείς να ολοκληρώσει την τυπική παρουσίαση του βιβλίου εδώ, έχοντας δώσει μία πλήρη περιγραφική διάσταση στο περιεχόμενο. Ας μου επιτραπεί όμως, κάνοντας ίσως κατάχρηση της ανοχής σας, να προσπαθήσω να προσθέσω κάποιες απόψεις και να εμβαθύνω στα κείμενα, ώστε να διαφανεί ακόμη περισσότερο η εμβρίθεια της ερευνητικής εργασίας, όπως αποτυπώνεται στο πολύτιμο αυτό βιβλίο.

Αναλύοντας λοιπόν αυτή την πληθώρα τοπωνυμίων και στηριζόμενος σε ανέκδοτες σημειώσεις του καθηγητή Κατσάνη, θα ήθελα να αναφέρω τα εξής, ζητώντας εκ των προτέρων συγγνώμη για τα βλάχικά μου και την προφορά τους, που πορεύονται με δεκανίκια:
Για έναν που δεν επισκέφτηκε το χώρο του Λιβαδίου, ξένο ή και Λιβαδιώτη, αλλά διάβασε για τα τοπωνύμια, θα παρατηρήσει ότι έχουμε έναν αριθμό τοπωνυμίων με τη λέξη Βουλοάγκα (ή Βουλόγκα όπως την έχω ακούσει εγώ από Λιβαδιώτες), που σημαίνει ανοιχτό μέρος, ίσιωμα, πλάτωμα, π.χ. Βουλοάγκα αλ Καρασούλη, Βουλοάγκα, αλόρι αφούρι, κου Τσιρέσλου κλπ. Δώδεκα φορές συναντούμε τη λέξη Βάλε (από το λατινικό vallis) που σημαίνει κοιλάδα, χαντάκι, λάκκο με νερό, π.χ. Βάλια μάρε, Βάλια Λα Ζουρβάλα, Βάλια αλ Μούτου, Λα Ρόντι, Βάλια Λα Βρικόλατσι, Βάλια Λα μόρι, Βάλια τσια αράου. Τριάντα φορές απαντά το τοπωνύμιο Φιντίνα (λατ. Fontana = πηγή) - το προφέρουν εδώ στο Λιβάδι με απαλό το ου = φουντίνα, π.χ. Φιντίνα λα Σάλτσι, Ντι λα Σουλνάρε, Αλ Αδάμου, Ντι λα Στα Μαρίε, Λα Γουρνίτσα, κλπ. Επίσης πολλές φορές συναντούμε τις λέξεις Τζεάνα = κορυφή, π.χ. Τζεάνα λα Λεάγκανου, Λα Χλάμπουρα, Πρι σαμάρου, όπως και τη λέξη Κιάτρα (λατ. petra), π.χ. Κιάτρα αλί Αρινάκα, Αλ Λιπουράρου κλπ. και τη λέξη Μοάρα = μύλος (λατ. Mola).
Το συμπέρασμα που θα βγάλει ο αναγνώστης, είναι ότι πρόκειται για ένα χώρο ορεινό με μεγάλους βοσκότοπους, κοιλάδες, λάκκους και χαντάκια με νερά, άφθονες πηγές και επομένως το κυρίως επάγγελμα αυτών που τον κατοικούν είναι η κτηνοτροφία, ιδίως των αιγοπροβάτων. Επιπλέον έχουμε πολλά τοπωνύμια με τη λέξη Γίνι (λατ. vinea) = αμπέλι, π.χ. γίνι ντιν Βουλοάγκα, Γίνι άλου Αγίου Κουσταντίνου, άλου Αφέντου, άλου Γιάτρο, αλ Κάρπου, αλ Κουφαλέκση κλπ., γεγονός που δηλώνει μεγάλη αμπελοκαλλιέργεια και καλά κρασιά και τσίπουρα. Επίσης κατά καιρούς ήταν σημαντική και η πατατοκαλλιέργεια με την νόστιμη και φημισμένη λιβαδιώτικη πατάτα, όπως δείχνουν και οι περιοχές Λ' Αλούτου, Λα Αρβανίτ, Λα Βαγενίτσα, Λα Λημόκα. Έτσι έχουμε πλήρη οικονομική εικόνα του οικισμού από τα τοπωνύμια.
Ένα δεύτερο συμπέρασμα που βγαίνει από τα τοπωνύμια, είναι ότι ο τόπος έχει ιστορική σημασία, την οποία και δεν γνωρίζουμε καλά. Αυτό αποδεικνύεται από τα αντίστοιχα τοπωνύμια, που δηλώνουν οχυρωματικούς τόπους, π.χ. Καστρίε νίκα και Μάρια, Κάστρου, Καστέλλου, Βίγκλα, Κούλια, Γκαρντίτσα. Ελάχιστες ως ανύπαρκτες είναι οι γνώσεις μας για τις περιοχές αυτές. Τα μόνα σημάδια είναι τα ερείπια που απόμειναν. Τα τελευταία χρόνια έγιναν συστηματικές ανασκαφές στη Λα Κούλια και έφεραν στο φως δυο μεγάλες βασιλικές εκκλησίες και άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία, που μας υποβάλλουν την άποψη ότι πρόκειται για περιοχή που εξυπηρετούσε μεγάλο ανθρώπινο πληθυσμό, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτε το σίγουρο. Τα άλλα τοπωνύμια φαίνεται ότι αποτελούσαν σημεία φύλαξης διόδων και περασμάτων. Ιστορικές πληροφορίες αντλούμε και από άλλα τοπωνύμια όπως, π.χ. Κουτουριάνοι, Παλιουντέρβενου στη διασταύρωση Ελασσόνας-Κατερίνης-Λιβαδίου στο σύνορο των δυο νομών, ή Μιλιέτ Μπαξέ, που αφορά την πρόσφατη ιστορία του χωριού. Επίσης τα μοναστήρια και οι εκκλησίες αποτελούν πήγες της ιστορίας του οικισμού.
Πληροφορίες κοινωνιολογικού ενδιαφέροντος και μικροπολιτισμού μας δίνουν και τα τοπωνύμια του χωριού. Παλιότερα η ψυχαγωγία της κοινότητας ήταν συνυφασμένη με την ύπαιθρο. Εκεί γίνονταν τα πανηγύρια, οι χοροί και τα γλέντια που διατηρούσαν την κοινωνική συνοχή. Τα ονόματα Πουλέζου, Λα Σάλτσι, Κιόσκι, Χαϊντάρι, Χρουστάσε κ.ά. φέρνουν αυτόματα μνήμες ευφροσύνης, μνήμες χαράς, μνήμες γλεντιού σε κάθε Λιβαδιώτη. Φαγοπότι, μουσική, νεανικοί και πανσέληνοι τρυφεροί έρωτες, ανθούσαν και ωρίμασαν συναισθηματικά γενιές και γενιές Λιβαδιωτών. Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι τα γλέντια, οι χοροί, τα πανηγύρια, αποτελούσαν όχι μόνο αφορμές για γλέντι, αλλά και επιβεβαίωση της κοινωνικής συνοχής του χωριού και της αλληλεγγύης των κατοίκων μεταξύ τους.
Εκείνο όμως που παραμένει σταθερό, είναι ότι τα τοπωνύμια αποτελούν αστείρευτη πηγή ποικίλων πληροφοριών από το παρελθόν, τις οποίες μπορούμε να αντλήσουμε οι μεταγενέστεροι για να γνωρίσουμε καλύτερα αυτούς που έζησαν πριν από εμάς. Με το πέρασμα όμως του χρόνου, τα ονόματα σιγά-σιγά ξεθωριάζουν και ξεχνιούνται και γίνονται ανεξήγητα και ακατανόητα, γιατί αλλάζουν οι ιδιοκτησίες, λησμονούνται τα γεγονότα που συνέβησαν και πολλές οικογένειες που είχαν ιδιοκτησίες εξαφανίζονται, χωρίς να αφήσουν απογόνους.

Ας μου επιτραπεί εδώ να σημειώσω, ότι στη διδασκαλία του αρχιτεκτονικού, του αστικού σχεδιασμού και της πολεοδομίας, χρησιμοποιούμε ως χωρικό εξειδικευμένο προσδιορισμό τον σχετικά συναφή όρο ‘Τοπόσημο’. Τα τοπόσημα είναι σημεία προσανατολισμού, αναγνωρίσιμα και πολλές φορές με συμβολικό ή μνημειακό χαρακτήρα. Η σχέση και η έννοια τοπωνυμίου και τοποσήμου είναι ρευστή. Σχηματικά θα μπορούσε κανείς να πει ότι τα τοπωνύμια προσδιορίζουν έναν τόπο, ενώ τα τοπόσημα τον καθορίζουν. Θα μπορούσε επίσης κανείς να θεωρήσει, ότι σε πολλές περιπτώσεις τοπόσημο και τοπωνύμιο ταυτίζονται, ή εμπλέκονται, ή εμπεριέχονται το ένα μέσα στο άλλο. Τα τοπόσημα είναι θαυμαστά ή και αξιοσημείωτα έργα της φύσης, όπως επίσης και κτίρια και γενικότερα δομές και υποδομές των ανθρώπων, πάντοτε όμως στοιχεία των οποίων η αντικειμενική και η σημειολογική υπόστασή έχει μεγάλη σημασία. Κάθε τοπωνύμιο ή τοπόσημο, άλλο σε μεγαλύτερο και άλλο σε μικρότερο βαθμό, εξυπηρετεί τις χρηστικές και πρακτικές επικοινωνιακές ανάγκες του ανθρώπου, σε συνδυασμό με την συμβολική και συναισθηματική χροιά την οποία αποκτά.
Έργα της φύσης που προσδιορίζουν και καθορίζουν το χώρο, αστικό ή μη, είναι εκείνα με μορφολογικές και γεωφυσικές ιδιαιτερότητες. Τα Μετέωρα π.χ. είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ταύτισης τοπωνυμίου και τοποσήμου. Ο Πλάτανος της πλατείας μας στο Λιβάδι, είναι ένα συμβολικό και καθοριστικό τοπόσημο, μέσα στον προσδιορισμένο τοπωνυμικά χώρο της πλατείας. Από τα κτίρια δε που δημιούργησε ο άνθρωπος, που και αυτά προσδιορίζουν και καθορίζουν το χώρο, τα πιο αποτελεσματικά είναι εκείνα με τα πιο ισχυρά εκφραστικά στοιχεία. Σε αντίθεση με την τυχαιότητα των διαφόρων αστικών χαρακτηριστικών που αξιοποιούνται από τον εγκέφαλο μας ως σημεία αναφοράς, υπάρχει και μια ειδική κατηγορία τοποσήμων, τα οποία έχουν τοποθετηθεί επί τούτου. Πρόκειται για αγάλματα και άλλα γλυπτά που βρίσκονται κατεσπαρμένα σε όλες σχεδόν τις πόλεις του κόσμου, πολλά από τα οποία πήραν διαστάσεις συμβόλων πόλεων ή και χωρών ακόμη. Ο Λευκός Πύργος στη Θεσσαλονίκη, η Ακρόπολη στην Αθήνα, ο Πύργος του Άϊφελ στο Παρίσι, το άγαλμα της Ελευθερίας στη Νέα Υόρκη, το Κολοσσαίο στη Ρώμη, ο Άγιος Πέτρος στο Βατικανό, η Κόκκινη Πλατεία και το Κρεμλίνο στη Μόσχα, είναι κάποια από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα τοπωνυμίων-τοποσήμων-συμβόλων. Τα έργα αυτά είναι προορισμένα να ξεχωρίζουν, συνήθως δεσπόζουν σε πλατείες ή άλλους ανοιχτούς χώρους και εντυπώνονται στέρεα στο υποσυνείδητο των κατοίκων. Με την έννοια αυτή, μπορούμε άφοβα, χρησιμοποιώντας την αρχιτεκτονική ορολογία, να θεωρήσουμε ως τοπόσημο πλέον το άγαλμα του Γεωργάκη Ολυμπίου, το οποίο δεσπόζει ενσωματωμένο μέσα σε έναν μεγάλο τοπωνυμικό χώρο του Λιβαδίου, το Κιόσκι. Μελετώντας δε τον κατάλογο των 341 τοπωνυμίων του Προκόβα, μπορεί κανείς να εντοπίσει και θεωρήσει πολλά σημεία του, όπου η έννοια του τοπωνυμίου ταυτίζεται πλήρως με την έννοια του τοποσήμου, κυρίως εκεί αλλά όχι μόνον, όπου υπάρχουν υπερκείμενες δομές και παρουσίες της ανθρώπινης παρέμβασης (μοναστήρια, εκκλησίες, γέφυρες, μύλοι κλπ.).

Κυρίες και κύριοι
Ο χαρακτήρας και το πνεύμα ενός συγκεκριμένου τόπου, συλλαμβάνεται ως μία ολότητα μνήμης, ιστορίας, μύθου, λόγου, κοινωνικών δομών και ανθρωπογεωγραφικών επικρατειών. Ο τόπος και ο κάθε τόπος υποβάλλει νοηματικούς κανόνες και όρια, δημιουργώντας παράλληλα νοηματικούς πυρήνες, οι οποίοι εκπέμπουν πολιτισμικά μηνύματα. Οι συναισθηματικοί δεσμοί της κοινωνίας ως προς αυτά, είναι πολύ ισχυροί και αυτό τα καθιστά ‘αιώνια’, ακόμη και όταν τυχόν παύσουν να υπάρχουν. Στη σύγχρονη εποχή, όπου σημασία έχει η εικόνα, ο σημασιολογικός της πληθωρισμός και η διάχυσή της, οι έννοιες του τοπωνυμίου και του τοποσήμου, των καθοριστικών δηλαδή σημείων προσδιοριστικής και καθοριστικής αναφοράς ενός τόπου, έχουν αλλάξει ριζικά. Πολλά παλιά τοπωνύμια ξεθωριάζουν και αντικαθίστανται από άλλα, ασήμαντα, εφήμερα, αναλώσιμα και φορτισμένα μόνο καταναλωτικά. Ο επικοινωνιακός βομβαρδισμός που δεχόμαστε όλοι μας και κυρίως η νεολαία μας, όπου προβάλλονται διαρκώς παγκοσμιοποιημένα καταναλωτικά πρότυπα και συμπεριφορές, τείνουν να ξεθωριάσουν αν όχι να εξαφανίσουν την τοπωνυμία της ιστορίας μας. Η μοναδική μας αντίσταση είναι η μνήμη μας, τουλάχιστον ως ελάχιστη ένδειξη σεβασμού προς αυτή καθ’ εαυτή την ιστορία του τόπου μας.
Στο πνεύμα αυτό, έρχονται με το βιβλίο τους ‘ΤΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΤΟΥ ΛΙΒΑΔΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ’ ο Προκόβας και ο Κατσάνης, ως μεγάλοι αλλά σεμνοί ρέκτες, αλλά κυρίως ως ιστοριοδίφης και τοπωνυμιοδίφης ο ένας και ως γλωσσολόγος και λεξιδίφης (αν είναι δόκιμος ο όρος) ο άλλος, να καταθέσουν το αποτύπωμά τους, να κτίσουν ένα πολύτιμο ανάχωμα αντιλήθης, ώστε να μην χαθεί το ονοματεπώνυμο ενός ιστορικού τόπου όπως το Λιβάδι και να συντηρήσουν τη μνήμη, την λαϊκή συνείδηση, την παλιά λαλιά. Να προσθέσουν δηλαδή πολύτιμους γραπτούς λίθους στα ήδη πλούσια τιμαλφή της ιστορίας μας.
Ζηλευτός ο πνευματικός τους μόχθος, παράδειγμα προς μίμηση η προσπάθειά τους, σεβαστό και σεβάσμιο το πόνημά τους, διάπυροι προς αυτούς ευχέτες όλοι εμείς.
 Άξιος και Άξιος και Πανάξιος ο μισθός τους.
Σας ευχαριστώ θερμά για την προσοχή σας.

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΘΕΝΤΕΣ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΣΘΕΝΤΕΣ ΕΠΙ ΧΟΥΝΤΑΣ ΛΙΒΑΔΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΑΣ



ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΗΜΕΡΙΔΑ
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΥΛΑΚΙΣΘΕΝΤΕΣ ΚΑΙ ΒΑΣΑΝΙΣΘΕΝΤΕΣ ΕΠΙ ΧΟΥΝΤΑΣ
ΛΙΒΑΔΙΩΤΕΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΑΣ

Θεσσαλονίκη 16/11/2008 – Μέγαρο Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης

Γιώργος Συνεφάκης – Πρόεδρος του Συλλόγου Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης ‘Ο Γεωργάκης Ολύμπιος’

Αγαπητές συμπατριώτισσες και συμπατριώτες, κυρίες και κύριοι
Στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από την ίδρυση του Συλλόγου μας, του Συλλόγου Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης ‘Ο Γεωργάκης Ολύμπιος’, μαζί με τις άλλες εκδηλώσεις, στις οποίες οι περισσότεροι από εσάς μας τιμήσατε με τη συμμετοχή σας, το Δ.Σ. έκρινε ότι θα πρέπει να τιμήσει και τους συμπατριώτες μας της Θεσσαλονίκης και τα μέλη του Συλλόγου μας που βασανίστηκαν και φυλακίστηκαν κατά τη διάρκεια της 7χρονης δικτατορίας 1967-1974. Και υπάρχει ένας ιδιαίτερος συμβολισμός, ότι αυτή η εκδήλωση γίνεται στο Κέντρο Ιστορίας του Δήμου Θεσσαλονίκης, σε έναν χώρο που στεγάζει την Ιστορία της πόλης μας, τμήμα της οποίας είναι και οι σημερινοί τιμώμενοι συμπατριώτες μας και οι πράξεις τους
Τέσσερις είναι οι λόγοι που μας ώθησαν να οργανώσουμε τη σημερινή εκδήλωση :
1.    Διότι πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι είναι οι μνήμες τους. Και ένας Σύλλογος σαν τον δικό μας, με 100 χρόνια ζωής και χιλιάδες ανθρώπους που πέρασαν από τις γραμμές του, έχει αποκτήσει πλέον μία συλλογική μνήμη, που έχουμε την υποχρέωση και να την διαφυλάξουμε και να την μεταδώσουμε στους νεότερους. Κι επειδή ζούμε σε περίεργες εποχές, όπου την μνήμη μας το σύστημα τείνει να την θεωρήσει ως κοινωνικό και πολιτικό μειονέκτημα, ενώ την αμνησία την επιδιώκει και την χρησιμοποιεί ως υπόστρωμα για διεργασίες επιβολής και εδραίωσης μιάς νέας τάξης πραγμάτων, οι μνήμες μας πλέον είναι τα τιμαλφή της ιστορίας μας, είναι τελικά η γνώση μας, είναι τελικά οι αλήθειες μας. Γιατί η α-λήθεια, με το άλφα στερητικό μπροστά, είναι η μη λήθη μας, η μνήμη μας δηλαδή για ό,τι συνέβη στον τόπο μας και στις γενειές μας.
2.    Διότι πιστεύουμε πως ένας Σύλλογος σαν το δικό μας, θεωρεί την διατήρηση της παράδοσης του τόπου μας, όχι ως μία διαδικασία που αρχίζει και τελειώνει με συνεχώς επαναλαμβανόμενες ακουστικοχορευτικές μιμητικές αναπαραστάσεις κάποιων στιγμών του παρελθόντος, ή με περιστασιακές νεκραναστάσεις παλαιών εθίμων. Είναι η συνείδηση της ύπαρξης του παρελθόντος μέσα στο παρόν. Η διατήρηση της παράδοσης είναι η ανάδειξη των αξιών που η ίδια η παράδοση εμπεριέχει και η λειτουργία των αξιών αυτών ως αντισωμάτων κατά της ισοπεδωτικής λογικής των εμπορευματικών προτύπων ζωής, τα οποία η παγκοσμιοποίηση προσπαθεί να επιβάλλει, εις βάρος της ξεχασμένης και αγραναπαυμένης μας Ρωμιοσύνης.
3.    Διότι πάντοτε ο πληθυσμός του Λιβαδίου Ολύμπου και κατ’ επέκταση και τα μέλη του Συλλόγου μας, κατά μεγάλη πλειοψηφία, συμμετείχαν ενεργά σε όλους τους εθνικούς απελευθερωτικούς αγώνες, υπερασπιζόμενοι τις εθνικές πατριωτικές αρχές της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
4.    Διότι εάν ως πολιτισμός νοείται το σύνολο των πνευματικών επιδόσεων και επιτευγμάτων του ανθρώπου στις τέχνες, στις επιστήμες, στους θεσμούς, στο δίκαιο κτλ., η δημοκρατία και το δημοκρατικό πολίτευμα είναι το κέλυφος μέσα στο οποίο τα επιτεύγματα αυτά μπορούν να ευδοκιμήσουν και να αναπτυχθούν προς όφελος των πολιτών. Επομένως η προάσπιση, η υπεράσπιση και η ενδυνάμωση της δημοκρατίας, ο πατριωτισμός δηλαδή, είναι πολιτισμός. Οι δε προσωπικές θυσίες στο όνομα του πατριωτισμού και της Δημοκρατίας, είναι τελικά δείγμα υπέρτατης Πολιτιστικής συνείδησης, με το Π κεφαλαίο, δηλαδή ένα δείγμα μιάς διαχρονικής ανθρώπινης αξίας, την οποία όλοι μας πρέπει να ενστερνιζόμαστε και να εμφυσούμε στους νεότερους.

Στο πλαίσιο λοιπόν του εορτασμού των 100 χρόνων από την ίδρυση του Συλλόγου μας, το Δ.Σ. του Συλλόγου μας, ενέταξε και την σημερινή εκδήλωση, μία εκδήλωση ‘δύσκολη’ θα λέγαμε, μία εκδήλωση που ίσως ταράζει τα νερά του συνειδησιακού μας εφησυχασμού, μία εκδήλωση που ξεσκονίζει μνήμες θαμμένες στο διάβα του χρόνου, μία εκδήλωση που ξεφεύγει από τα στερεότυπα των κλασσικών πανηγυρικών γενεθλίων και ιωβηλαίων, μία εκδήλωση προς τιμήν μιάς μνήμης που πάει να χαθεί μέσα στην παραζάλη της εποχής. Μιάς μνήμης που ως φορέας ευγενών ιδεών ενδεχομένως να μην πολυχρειάζεται σε μία εποχή γνωστικής αποστήθισης και επιδερμικής παπαγαλίας της επίσημης ή και της καθεστηκυίας ιστορίας, μιάς μνήμης που τείνει επισήμως να εκφυλιστεί σε πομπώδεις και γενικόλογες ανακοινώσεις, σε στιγμιαίες και τυπικές αποτίσεις φόρων τιμής (αύριο εξ άλλου γιορτάζεται και το Πολυτεχνείο και ξέρουμε πώς θα κανιβαλιστεί τηλεοπτικώς πάλι), μιάς μνήμης που εμείς τουλάχιστον δεν θέλουμε να αποστειρωθεί και να χάσουμε τα νοήματά της.
Είμαστε επομένως σήμερα όλοι μας εδώ, για να τιμήσουμε κάποιους συμπατριώτες και μέλη του Συλλόγου μας, οι οποίοι, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι και διότι ‘δεν συνεμορφώθησαν προς τας υποδείξεις’ κατά την μαύρη περίοδο της 7χρονης δικτατορίας, φυλακίστηκαν, εκτοπίστηκαν και βασανίστηκαν για τα δημοκρατικά τους φρονήματα, για τις ιδέες τους, για την ακεραιότητα των πεποιθήσεών τους. Τελικά οι άνθρωποι αυτοί, ταλαιπωρήθηκαν, φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν για τον Πολιτισμό τους και τα ιδεώδη τους.
Το Δ.Σ. του Συλλόγου μας ζήτησε τη βοήθεια κάποιων ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα της 7ετίας από μέσα (εννοούμε μέσα από τις φυλακές), ώστε να έχει έναν όσο το δυνατόν πληρέστερο κατάλογο των συμπατριωτών και μελών μας που υπέστησαν αυτές τις απάνθρωπες διώξεις. Βρήκαμε τελικά 13 πρόσωπα, αν και πιστεύουμε πως είναι και άλλοι αφανείς, που για δικούς τους λόγους ακόμη σιωπούν.
Πολλοί από τους σημερινούς τιμωμένους συμπατριώτες μας, με περισσή ντροπαλοσύνη και με περισσή σεμνότητα, σχεδόν δυσφόρησαν, όταν προσεκλήθησαν να συμμετάσχουν στη σημερινή ημερίδα. Χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουμε πιεστικά συναισθηματικά μέσα και να εξαντλήσουμε όλη μας την πειθώ, για να τους έχουμε σήμερα εδώ, παρά τα προβλήματα υγείας που οι περισσότεροι έχουν.

Αγαπητές συμπατριώτισσες και συμπατριώτες, κυρίες και κύριοι
Έχουμε σήμερα εδώ μαζί μας, τους σεμνούς πατριώτες και πατριώτισσες με το Π κεφαλαίο:
1.         Ασπασία Καρρά-Μαραβέα
2.         Κίμωνα Καρρά
3.         Λίτσα Καρρά-Κακαμάκα
4.         Οικογένεια Κώστα Καρρά
5.         Βασίλη Μάστορα
6.         Γιώργο Μάστορα
7.         Τάκη Καρανίκα
8.         Τάσο Καζλάρη
9.         Πόπη Καζλάρη-Παπαστεργιάδη
10.      Βασίλη Μπάμπα
11.      Μιχάλη Σπυριδάκη
12.      Γιάννη Τριάρχου
13.      Τιμολέοντα Φακαλή

Οι συμπατριώτες μας αυτοί, εργάτες του πνεύματος και του σώματος, μας τιμούν με την παρουσία τους και ήρθαν όχι τόσο για να τους τιμήσουμε, αλλά για να μας τιμήσουν αυτοί με τη σεμνότητά τους για τα 100 χρόνια του Συλλόγου μας. Και ήρθαν για να μας μεταφέρουν ένα μήνυμα μνήμης. Ένα μήνυμα ελευθερίας, ένα μήνυμα δημοκρατίας, ένα μήνυμα αισιοδοξίας, ένα μήνυμα αξιοπρέπειας, ένα μήνυμα πολιτισμού Ένα μήνυμα που απευθύνεται σε όλους μας αλλά κυρίως στους νεότερους. Και το μήνυμα αυτό, τον πολιτισμό αυτόν, τον πλήρωσαν με πολύχρονες ταλαιπωρίες, φυλακίσεις και βασανιστήρια.

Θα προσπαθήσω συνοπτικά να παραθέσω τα γεγονότα της εποχής εκείνης, δίδοντας ευκαιρία να τα ανασύρουμε από τη μνήμη μας οι παλαιότεροι και να τα αποτυπώσουν οι νεότεροι.

Το πρωί της 21ης Απριλίου 1967 η Ελλάδα ζούσε κάτω από ένα στρατιωτικό, δικτατορικό καθεστώς. Μία ομάδα ανωτέρων αξιωματικών, υπό τις ευλογίες, την στήριξη και τις παροτρύνσεις των ΗΠΑ και της CIA, κατέλυσε το δημοκρατικό καθεστώς και την εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας και επέβαλε μία στυγνή δικτατορία, παραβιάζοντας τους όρκους τους περί υπακοής εις το Σύνταγμα της Ελλάδας, αναστέλλοντας όλα τα άρθρα που αφορούσαν τις προσωπικές ελευθερίες των πολιτών και απλώνοντας ένα πέπλο τρόμου σε όλη την χώρα. Ελάχιστα έως μηδαμινά μας παρηγορεί το ότι 30 χρόνια μετά, ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον, αυτός ο Δημοκρατικός πλανητάρχης, αυτός ο εξαγωγέας της ειρήνης στα Βαλκάνια μέσω των βομβών, των καταστροφών και του διαμελισμού της τότε Γιουγκοσλαυίας, ζήτησε δημόσια συγγνώμη για την συμβολή της χώρας του στην δικτατορία, κατά την επίσκεψή του στην Ελλάδα.
Η δικτατορία διήρκεσε 7 χρόνια. Τα αποτελέσματα της 7ετίας αυτής είναι γνωστά (εκατοντάδες πατριώτες νεκροί, χιλιάδες πατριώτες στα ξερονήσια και το 40% της Κύπρου υπό τουρκική κατοχή). Πικρές οι αναμνήσεις. Χιλιάδες ταλαιπωρήθηκαν όλη εκείνη την περίοδο. Βασανιστήρια, εξορίες, άτυπες εκτελέσεις, διωγμοί, δίκες και καταδίκες ήταν στην ημερήσια διάταξη, με κορωνίδα εκείνο το διαβόητο «αποφασίζομεν και διατάσσομεν», που στέγασε και επαύξησε όλη την αυθαιρεσία που είχε καθιερώσει το ως τότε μετεμφυλιακό καθεστώς.
Όσοι είχαν την ατυχία να ζήσουν την περίοδο εκείνη και να βιώσουν τα δεινά που επισώρευε μέρα με τη μέρα η δικτατορία, γνωρίζουν πλέον τι ήταν εκείνο που προκάλεσε τη λαίλαπα. Δεν ήταν μόνον ο διχασμός του πολιτικού κόσμου και η ψυχροπολεμική Αμερική. Ήταν και τα Ανάκτορα και η αποστασία και όσοι υπηρέτησαν και τους δύο αποσταθεροποιητικούς παράγοντες που οδήγησαν τη χώρα σε μια από τις χειρότερες περιόδους της νεότερης Ιστορίας της, με αποκορύφωμα την τραγωδία της Κύπρου. Να μην ξεχνάμε, πάντως. Υπήρξε και η «άλλη πλευρά», η οποία βολεύτηκε με τη δικτατορία, είτε επειδή ταυτιζόταν με τις επιλογές της και με όσα συμβόλιζε για τη Δεξιά της εποχής, είτε επειδή η δικτατορία ανέδειξε τα τυχοδιωκτικά της ένστικτα και προσέφερε σ' αυτήν γην και ύδωρ για να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα.
Στρατός, Εκκλησία, Αστυνομία, αλλά και μερίδα του αποκαλούμενου πνευματικού κόσμου σε όλες τις εκδοχές του και της ακαδημαϊκής κοινότητας, αποτέλεσαν τα στηρίγματα του δικτατορικού καθεστώτος και αποκόμισαν κέρδη, άλλα πρόσκαιρα που καταργήθηκαν ή αχρηστεύθηκαν με την κατάρρευση της δικτατορίας, άλλα μονιμότερα, κυρίως στον επιχειρηματικό τομέα. Πολλοί έθεσαν τότε τα επιχειρηματικά τους θεμέλια και αρκετοί κατάφεραν να παρατείνουν την οικονομική τους εξουσία ως τις μέρες μας.
Για καθολική αντίσταση στη δικτατορία μιλούν συνήθως πολλοί. Πρόκειται για υπερβολή, αφού η μεγάλη πλειοψηφία είχε μείνει σιωπηλή. Είναι αλήθεια ότι την ανέχτηκε το μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού και οικονομικού κατεστημένου του τόπου. Η απριλιανή χούντα, όμως, ποτέ δεν απέκτησε λαϊκό έρεισμα, γι' αυτό και ποτέ δεν τόλμησε -έστω και μία- δημόσια ανοιχτή συγκέντρωση. Προσωπικές συνθήκες, ο φόβος για τις πιθανές επιπτώσεις και η τάση για υποταγή στην οποιασδήποτε μορφής νομιμότητα, καθήλωσαν τους περισσότερους στην ασφάλεια που τους προσέφερε η αποχή από κάθε επικίνδυνη αντίδραση. Ανθρώπινες αδυναμίες, που με την πάροδο των ετών έχασαν κάθε ουσιαστική τους αξία.
Η μαζική λαϊκή διαμαρτυρία που ξεκίνησε με την διαδήλωση στην κηδεία του Γεωργίου Παπανδρέου του 1968, θα επαναληφθεί το 1973 στο μνημόσυνο για τα πέντε χρόνια από τον θάνατο του Γεωργίου Παπανδρέου και θα συνεχιστεί τις επόμενες μέρες στο Πολυτεχνείο, όπου η εξέγερση θα είναι η κορυφαία αντιδικτατορική εκδήλωση. Ο απλός λαός δεν ανέχθηκε, ούτε συμβιβάστηκε. Αντί του εξευτελισμού με υπηρεσία στη χούντα, οι νέοι της εποχής προτιμούσαν τη μετανάστευση. Στη χουντική επταετία μετανάστευσαν στο εξωτερικό 1.022.188 Έλληνες. Από αυτούς οι 434.944 μόνιμα και 587.244 προσωρινά. Και επρόκειτο για δημοκρατικούς πολίτες, όπως αποδεικνύεται από τις μεγάλες αντιδικτατορικές εκδηλώσεις που οργάνωναν οι μετανάστες σε ευρωπαϊκές και άλλες χώρες. Το γιατί δεν οργανώθηκε από τον λαό ένοπλη αντίσταση στη δικτατορία: Κατ' αρχάς δεν υπήρχε καμία προετοιμασία, αλλά ούτε υπήρχαν και ερείσματα από δημοκρατικούς μέσα στον στρατό και στο κράτος. Από τη δικτατορία Μεταξά το 1936 έως και τη χούντα, το κράτος ήταν μονοκομματικό και μάλιστα ελεγχόμενο από ένα πανίσχυρο παρακράτος. Ο λαός γνώριζε ότι ένοπλη αντίσταση θα οδηγούσε σε αιματοχυσία και σε νέο εμφύλιο. Και είχαν περάσει μόλις 18 χρόνια από την προηγούμενη εμφύλια σύγκρουση.
Ποιοί, όμως, ανέχτηκαν τη δικτατορία; Την ανέχτηκε η άρχουσα τάξη, δηλαδή οι παράγοντες που στήριζαν το μετεμφυλιακό κράτος, το Στέμμα, ο Στρατός, η πολιτική της ηγεσία, η ιθύνουσα τάξη, ο Τύπος. Και αυτή, όμως, η Δεξιά που ήθελε δικτατορία και όχι εκλογές, γρήγορα κατάλαβε ότι την εξουσία κατέλαβε το τέρας του παρακράτους, το οποίο αυτή είχε εκθρέψει.
Το νεοελληνικό δράμα άρχισε αμέσως μετά το τέλος του πολέμου και κορυφώθηκε με τον εμφύλιο, το καθεστώς του οποίου συνεχίστηκε και μετά τη λήξη του. Ήταν ένα καθεστώς διχασμού και αστυνόμευσης των φρονημάτων, με φακέλους, διωγμούς και αποκλεισμό μεγάλου μέρους πολιτών από τη δημόσια ζωή αλλά και από το δικαίωμα εργασίας στο Δημόσιο και στον ευρύτερο τομέα, τον ελεγχόμενο από το κράτος.
Η απριλιανή δικτατορία έβγαλε στο φως όλες τις δυνάμεις του παρακράτους, που δρούσαν στο σκοτάδι. Έδειξε ότι ο Στρατός δεν ελεγχόταν από την πολιτική εξουσία ούτε από τη «νόμιμη» ηγεσία του ούτε από το Παλάτι, αλλά από μία ομάδα συνωμοτών, που είχε απλώσει παντού τα πλοκάμια της. Το ίδιο συνέβαινε και με την Αστυνομία. Δυστυχώς, όμοιο φαινόμενο είχαμε και στο «οχυρό της δημοκρατίας», δηλαδή στη Δικαιοσύνη. Οι κορυφαίοι λειτουργοί έσπευσαν αμέσως να δεχθούν υπουργικά αξιώματα στην κυβέρνηση της χούντας και ο κορυφαίος -ο πρόεδρος του Αρείου Πάγου Κων. Κόλλιας- έγινε «πρωθυπουργός». Οι ύποπτοι, δηλαδή οι δημοκρατικοί, που ήταν μέσα στο οχυρό και αντιστέκονταν, αποκεφαλίστηκαν λίγους μήνες αργότερα. Παρόμοια στηρίγματα είχε το παρακράτος και στα πανεπιστήμια και στην Εκκλησία και σε όλους τους μηχανισμούς του κράτους. Όλοι οι θεσμοί ήταν βαθιά διαβρωμένοι ή μπλοκαρισμένοι, γι' αυτό και δεν εκδηλώθηκε αντίσταση.
Τι άφησε πίσω της η δικτατορία; Άφησε διαβρωμένους θεσμούς, πέρα από την τραγωδία της Κύπρου, αλλά και μια γενικότερη πτώση αξιών. Σοβαρή προσπάθεια αποκατάστασης του κύρους των θεσμών, δυστυχώς, δεν έγινε. Αυτό φαίνεται από την τεράστια έκταση της διαφθοράς και την αδυναμία των κομμάτων να την αντιμετωπίσουν. Η ντροπή της 21ης Απριλίου ας μείνει ανεπανάληπτη ιστορική ανάμνηση. Η καταισχύνη της Ελλάδας ας γίνει μάθημα για το μέλλον. Ας αντλήσουμε κι ένα δίδαγμα : Η σύνδεση πολιτικής εξουσίας και λαϊκής βούλησης και ο απόλυτος σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου -όλων των ανθρώπων και όλων των δικαιωμάτων- μας προστατεύουν από την τυραννία, αλλά και από τη γελοιοποίηση.
Μας προστατεύουν από γελοία αποφθέγματα του Παττακού, που και αυτός όπως και οι άλλοι πραξικοπηματίες, εβίαζαν ακόμη και την ελληνική γλώσσα. Ρήσεις όπως ‘Ο εγκαταλελειμμένος ελληνικός αγρός αναμένει το πότισμα από το ύδωρ της ελληνοχριστιανικής πηγής’ ή όπως ότι ‘Η μέθοδος δια την πορείαν μας προς το ιδανικόν είναι να συρρικνώσωμεν το στοιχείον του ψυχισμού από το τρίπτυχον της προσωπικότητάς μας και εν ψυχρώ απολύτως, με οδηγόν τον λόγον, να τοποθετήσωμεν τον εαυτόν μας εις την α΄ ή β΄ θέσιν του διπτύχου’, δείχνει πέραν των άλλως και την ψυχική διαταραχή των ανθρώπων εκείνων.

Ένα ακόμη εγκληματικό «προϊόν» της χουντικής επταετίας. Ειδικότητα : Βασανιστής

Πώς γίνεται ένας βασανιστής; Καίριο ερώτημα, που προέκυψε μετά την πτώση της χούντας, όπου κάποια από αυτά τα ανθρωποειδή οδηγήθηκαν στη Δικαιοσύνη (για να «καθαρίσουν» με σχετικά ελαφριές ποινές). «Από ποιους Έλληνες στρατολογήθηκαν οι χιλιάδες βασανιστές των Ελλήνων;» αναρωτιέται η Λιλή Ζωγράφου. Ο κλέφτης, ο ληστής, ακόμα κι ο φονιάς έχουν να προβάλουν κάποιο άλλοθι. Το άλλοθι του βασανιστή, που καταπονεί έναν συνάνθρωπό του, ο οποίος προσωπικά δεν του έχει κάνει τίποτα, ποιό είναι; Η επιστήμη έχει βέβαια τις εξηγήσεις, οι οποίες ωστόσο δεν απαλλάσσουν τον σκεπτόμενο άνθρωπο από το δέος για το κτήνος που ενδεχομένως κρύβει μέσα του ο πλησίον ή και ο ίδιος, και περιμένει την κατάλληλη στιγμή να εκδηλωθεί. Είναι γεγονός πως τα βασανιστήρια των ναζί ωχριούν μπροστά στα βασανιστήρια των δικών μας βασανιστών. Αν εξαιρέσουμε τα κομφόρ της ομαδικής εξόντωσης που διαθέτανε τα γερμανικά στρατόπεδα, εμείς ξεπεράσαμε σε θηριωδία τους ναζί, επισημαίνει στο ίδιο βιβλίο η Ζωγράφου. Και προσθέτει: Πώς φτάσαμε εκεί; Με ποιον τρόπο, με ποια μέσα νικήσαμε την ανθρωπιά του Ρωμιού; Με ποια επιχειρήματα στραγγαλίσαμε το φυσικό συναισθηματισμό του; Πώς τον μεταβάλαμε από γείτονα, συγγενή, κουμπάρο, σε σαδιστή ψύχραιμο, σε βασανιστή, όχι ξένων εισβολέων, όχι αλλόγλωσσων κι αλλόθρησκων; Είδε κανείς, διάβασε πουθενά, πως κάποιος ανησύχησε; Ζητήθηκε από κάποια άτομα ή επιτροπή να γίνει μια έρευνα, μια μελέτη, προκειμένου να πληροφορηθεί υπεύθυνα το κράτος τι συνέβη στην Ελλάδα αυτά τα επτά χρόνια; Από πού μας ήρθε ο βασανιστής; Ποιος τον έφτιαξε; Ποιος τον πρόσφερε στο έγκλημα; Ήταν από φυσικού του σαδιστής, αιμοβόρος; Και ζούσε δω, στα περίχωρα; Στη γαλήνια κι αδιατάραχτη ελληνική επαρχία μας; Οι Έλληνες βασανιστές σε τι πίστεψαν, δολοφονώντας κι εξουδετερώνοντας άλλους Έλληνες συμπατριώτες τους; Εν ονόματι ποιού ιδανικού; Και πού είναι, αλήθεια, ο χριστιανισμός μιας χώρας, που, ξοφλά με ανθρωποθυσίες, για να εξουδετερώσει, τάχα, τον κίνδυνο του κομμουνισμού, που απειλεί τις χριστιανικές αρχές της ελληνικής οικογένειας και την ηθική της χριστιανικής νεολαίας; Πού ήταν η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία στην περίοδο της εγκληματικής επταετίας; Άκουσε ή διάβασε κανείς φωνή διαμαρτυρίας να βγαίνει από ιερατικά χείλη, με μοναδική εξαίρεση τον Γεώργιο Πυρουνάκη; Αναρωτιέται η μεγάλη μας συγγραφέας.
Εξ άλλου και ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, την ώρα που βασανίζονταν οι πατριώτες, εδήλωσε ότι αυτός μελετούσε τον Λόγο του Θεού και δεν άκουσε ούτε κατάλαβε τίποτε.
Σε αυτή την ιδιότυπη και κατασκευασμένη κάστα ανθρώπων-βασανιστών και στα χέρια τους, έπεσαν πολλοί πατριώτες, ορισμένους από τους οποίους σήμερα τιμούμε εδώ. Ο Τάσος ο Καζλάρης διηγείται ότι μέσα στις φυλακές Αβέρωφ όπου παραθέρισε και αυτός, το Λιβάδι ήταν η τρίτη πόλη της Ελλάδας, μετά την Αθήνα και την Θεσσαλονίκη. Περιποιεί τιμή και για το χωριό μας και για τον Σύλλογό μας, που ορισμένοι πολίτες εκείνης της περιόδου βρίσκονται σήμερα εδώ μπροστά μας, ήρεμοι, χαμογελαστοί ή βουρκωμένοι, με χαραγμένο το πρόσωπό τους, όχι τόσο από τον πόνο και τις στερήσεις εκείνης της μαύρης περιόδου, όσο από την έκφραση της γαλήνης των ανθρώπων που έκαναν το καθήκον τους, από την έκφραση της μεγάθυμης και μεγαλόψυχης συγχώριας που χάρισαν στους δεσμοφύλακες και τους βασανιστές τους, από την έκφραση της ψυχικής ολοκλήρωσης που επιφέρει η ενεργός συμμετοχή στην διαμόρφωση της σύγχρονης κοινωνίας μας. Αυτοί μαζί με τόσους και τόσους άλλους και όχι ο Σεφέρης, έγραψαν τους στίχους που λένε ότι ‘Λίγο ακόμα Θα ιδούμε τις αμυγδαλιές ν' ανθίζουν, τα μάρμαρα να λάμπουν στον ήλιο, τη θάλασσα να κυματίζει, λίγο ακόμα να σηκωθούμε, λίγο ψηλότερα’, αυτοί μαζί με τόσους και τόσους άλλους και όχι ο Μίκης ο Θεοδωράκης, τους μελοποίησαν, αυτοί μαζί με τόσους και τόσους άλλους και όχι η Μαρία η Φαραντούρη, τους τραγούδησαν.
Και σήμερα; Αύριο που θα γιορτάσουμε και πάλι το Πολυτεχνείο; Που βρισκόμαστε; Αφυδατωθήκαμε; Εφησυχάσαμε; Ξεχάσαμε; Κουραστήκαμε από τον στομφώδη τρόπο εμφάνισης και παρουσίασης των γεγονότων; Γεράσαμε; Συμβιβαστήκαμε; Φοβόμαστε ακόμη;
Ας αφήσουμε τους στίχους του Μανόλη Αναγνωστάκη να απαντήσουν σε αυτά τα αδυσώπητα ερωτήματα. Ίσως η ποιητική πέννα απαντάει με τον πιο αιχμηρό και αληθινό τρόπο σε αυτά :

Φοβάμαι...
Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία -μεσούντος κάποιου Ιουλίου- βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας «δώστε τη χούντα στο λαό».
Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου κλείναν την πόρτα μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες και τα σπάζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και «απόψεις».
Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμη περισσότερο.

Αγαπητές συμπατριώτισσες και συμπατριώτες, κυρίες και κύριοι
Όσο βλέπουμε μπροστά μας αυτούς τους ανθρώπους που τιμούμε και μας τιμούν σήμερα εδώ, μπορούμε να διαβεβαιώσουμε τον ποιητή, εκεί ψηλά που βρίσκεται, ότι δεν πρέπει να φοβάται. Να φοβάται, μόνο εάν τα μηνύματά τους εμείς δεν θα τα μεταφέρουμε στους νεότερους, να φοβάται μόνο εάν τα μηνύματα αυτά θα μείνουν έγκλειστα σε αυτό το αμφιθέατρο και δεν θα βγουν παραέξω, να φοβάται μόνο εάν εμείς δεν γίνουμε φορείς και μεταφορείς των άγιων πράξεών τους, να φοβάται μόνον εμάς και την ιστορική μας ραστώνη, την δημοκρατική μας τεμπελιά, την συνειδησιακή μας αγρανάπαυση, την πατριωτική μας σκουριά.

Αγαπητές συμπατριώτισσες και συμπατριώτες, κυρίες και κύριοι

Δεν τιμά ο Σύλλογός μας σήμερα αυτούς τους ανθρώπους. Αυτοί οι άνθρωποι τιμούν εμάς.
Ο Σύλλογός μας, ο Σύλλογος Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης ‘Ο Γεωργάκης Ολύμπιος’, είναι περήφανος για τους ανθρώπους αυτούς, τους πατριώτες, τους δημοκράτες, τους συμπατριώτες μας, η στάση των οποίων απέναντι στην ιστορία γεμίζει τις καρδιές μας με σεβασμό, απέραντη εκτίμηση και αγάπη.

Το χειροκρότημά μας προς τους ανθρώπους αυτούς, καθώς και ένας αναμνηστικός πάπυρος, είναι ο ελάχιστος φόρος τιμής που μπορεί να αποτίσει ο Σύλλογος προς αυτούς.

Σας ευχαριστώ θερμά