Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

Γιώργος Ι. Συνεφάκης Ομιλία στις 30 Οκτωβρίου 2025 μπροστά από την αναθηματική πλάκα της λεωφόρου 30ης Οκτωβρίου 1944

Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 30 Οκτωβρίου 1944 από τους Γερμανούς Ναζί

Αγαπητές φίλες και φίλοι, δημοκράτισσες και δημοκράτες, συμπολίτισσες και συμπολίτες

Σήμερα τιμάμε τα 81 χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, που επί 4 χρόνια στέναζε κάτω από την μπότα των ναζιστών Γερμανών, συνεπικουρούμενων από τους ντόπιους γερμανοτσολιάδες, ταγματασφαλίτες και μαυραγορίτες.

Χρειάστηκε να περάσουν 37 χρόνια από το 1945 για να τιμήσουν οι Θεσσαλονικείς την επέτειο της 'απολυτρώσεως' της πόλης, με πρωτοβουλία του αριστερού δήμαρχου Θανάση Γιαννούση και την συμμετοχή των αριστερών δημάρχων Σταυρούπολης, Αμπελοκήπων και Ευόσμου. Την παρακαταθήκη αυτή θα συνεχίσει μέχρι το 1986 και ο κατοπινός δήμαρχος Θεοχάρης Μαναβής, ενώ επί δημαρχίας Σωτήρη Κούβελα παύει κάθε εορτασμός της 'ενοχλητικής' αυτής επετείου. Το υπουργείο Β. Ελλάδος και η ΤΕΔΚ συνεχίζουν να τιμούν την επέτειο, έως το 1989. Μετά σβήνεται τελείως από το δημοτικό εορτολόγιο, για να αναβιώσει και πάλι το 2014, επί δημαρχίας Γιάννη Μπουτάρη, μετά από πρόταση της δημοτικής παράταξης 'Θεσσαλονίκη-Ανοιχτή πόλη'.

Μια μέρα που αποτελεί περιουσιακό στοιχείο της Θεσσαλονίκης και των Θεσσαλονικέων, που ανήκει εξ ολοκλήρου στον λαό της πόλης, ρίχτηκε στη λησμονιά ως 'μη εθνικώς ορθή' από το μετεμφυλιακό κράτος και τους επαγγελματίες ‘εθνικόφρονες' ταγούς της πόλης, που δεν αντέχουν την ιστορική αλήθεια, παρά τον κατά καιρούς εορτασμό της από τους προοδευτικούς δημάρχους.

Επιτέλους, το 2016, 71 χρόνια χρειάστηκε να περάσουν, ώστε να γιορτάζει αυτήν την ημέρα η Θεσσαλονίκη, με τη βούλα πλέον και την υπογραφή του επίσημου κράτους (Π.Δ. 50/9-5-2016), την επέτειο της 'απολύτρωσής' της από τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής, πριν από 81 χρόνια.

Επιτέλους, καθιερώθηκε επισήμως ως τοπική γιορτή και θεσμικά πλέον κάθε χρόνο αποτίουμε φόρο τιμής στους χιλιάδες εκτελεσμένους από τον στρατό κατοχής και τους εγκληματίες συνεργούς του, στους νεκρούς από τη βία, την ασιτία και την πείνα. Την περίοδο 1941-44 στο πολεοδομικό συγκρότημα Θεσσαλονίκης περίπου 5.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους από τις 'έμμεσες' συνέπειες της Κατοχής. 3.090 συμπατριώτες μας πέθαναν από την πείνα, οι 1.785 από αυτούς στον αποτρόπαιο λιμό του 1942. Σύμφωνα, εξάλλου, με στοιχεία του Ληξιαρχείου Θεσσαλονίκης, οι εκτελέσεις πολιτών από τα γερμανικά στρατεύματα και τους συνεργάτες τους έφτασαν τα 850 άτομα, ενώ 1.570 άτομα σκοτώθηκαν από πυροβόλο όπλο, σύμφωνα με την επίσημη αιτιολογία θανάτου. Σε εκτελέσεις για τα υποτιθέμενα ‘αντίποινα’ ή καταδίκες για διάφορες αντιστασιακές ενέργειες έχασαν τη ζωή τους 467 άτομα.

Αποτίοντας φόρο τιμής στην αγωνιζόμενη αντιστασιακή νεολαία, αναφέρουμε ότι το 45% των εκτελεσμένων, οι μισοί σχεδόν, ήταν μεταξύ 21 και 30 ετών και το 31% μεταξύ 30 και 40 ετών. Ένα ποσοστό 8% των εκτελεσμένων ήταν έφηβοι, αμούστακα παιδιά, κάτω των 20 χρόνων.

Στον μακάβριο κατάλογο των θυμάτων της πόλης κατά την περίοδο της  Κατοχής συγκαταλέγονται, βέβαια, και οι 43.000 περίπου δημότες της Θεσσαλονίκης εβραϊκού θρησκεύματος, που εξοντώθηκαν στα κρεματόρια των Ναζί.

Όπως προανέφερε ο Τριαντάφυλλος Μηταφίδης, η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης στις 30 Οκτωβρίου του 1944 από τους Ναζί έγινε αποκλειστικά από τις ΕΑΜικές αντιστασιακές δυνάμεις και τον στρατιωτικό τους βραχίονα, τον ΕΛΑΣ. Το αναγνώρισε ακόμη και η εφημερίδα του άσπονδου εχθρού τους, του ΕΔΕΣ Μακεδονίας, “Φωνή της Ελλάδος”.  Την επομένη της απελευθέρωσης,  την 1η Νοεμβρίου 1944, έγραφε με έμφαση ότι “οι Γερμανοί κάτω από τη συνεχή πίεση που εξαπόλυσε ο ΕΛΑΣ, αναγκάστηκαν να επιταχύνουν τη φευγάλα τους από τη Θεσσαλονίκη”.

Από τις 20 Οκτωβρίου 1944 οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ στην Κεντρική Μακεδονία προετοιμάζονταν, με την απαραίτητη μυστικότητα, για την είσοδό τους σε μια πόλη, που από τα μέσα Οκτωβρίου 1944, με εξαίρεση τα στρατόπεδα και το κέντρο της πόλης, ελεγχόταν από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ. Η μάχη της Νεάπολης – Συκεών (16 Οκτωβρίου 1944) είχε παίξει καθοριστικό ρόλο. Η Άνω Πόλη, ο Άγιος Παύλος και ύστερα η Τούμπα, η Καλαμαριά ελέγχονταν από τον εφεδρικό ΕΛΑΣ.

Παρά τη συμφωνία της Καζέρτας να παραδοθεί η εξουσία στους Άγγλους υπό τον Βρετανό αρχιστράτηγο Σκόμπι, όπως συνέβη στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις, και παρά την εντολή του διοικητή του ΕΛΑΣ Στέφανου Σαράφη να παραμείνουν οι αντάρτικες δυνάμεις στις παρυφές της πόλης και να περιμένουν την απόβαση των Βρετανών, οι ηγέτες της Ομάδας Μεραρχιών Μακεδονίας Ευριπίδης Μπακιρτζής και Μάρκος Βαφειάδης δεν υπάκουσαν στις άνωθεν διαταγές και όχι μόνο ‘έσκισαν τον δούρειο ίππο της Συμφωνίας της Καζέρτας’, κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του Μάρκου Βαφειάδη, αλλά και την συμφωνία της Λισσαβώνας, που 'το τίμημά της ήταν να παραχωρηθεί η Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς στους Άγγλους, ώστε να μπορέσουν να την καταλάβουν αμαχητί και μ' αυτόν τον τρόπο η Ελλάδα να περιέλθει στο δυτικό στρατόπεδο'.

Από μήνες οι Γερμανοί υποχωρούσαν σε όλα τα μέτωπα: στη Δύση από τη Νορμανδία μέχρι την Ιταλία, στην Ανατολή από την Πολωνία μέχρι τη Βουλγαρία. Η προέλαση του Κόκκινου Στρατού στην Ευρώπη και τα Βαλκάνια και οι παρτιζάνοι του Τίτο πίεζαν το γερμανικό στρατό σε γρήγορη αποχώρηση, πριν αποκοπούν στην Ελλάδα.

Από την άλλη, αυτό που ενδιέφερε τους Άγγλους ήταν τώρα πια ο μεταπολεμικός πολιτικός χάρτης και η εξουδετέρωση της ένοπλης Αριστεράς. Οι Άγγλοι προετοιμάζουν το σχέδιο «Manna» (9/9/1944) για την ισχυροποίηση της νέας κυβέρνησης απέναντι στο ΕΑΜ, με την εγκατάσταση βρετανικών στρατευμάτων και έλεγχο τουλάχιστον Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Έρχονται μάλιστα σε συνεννόηση με το γερμανικό επιτελείο στην Ελλάδα, ώστε να υπάρξει αρμονική 'αλλαγή φρουράς'. Αντάλλαγμα: η ομαλή αποχώρηση των Γερμανών - στην ίδια κατεύθυνση με τη συμφωνία της Λισσαβόνας.

Στη Θεσσαλονίκη οι εξελίξεις θα είναι διαφορετικές. Οι Γερμανοί, που συνεργάστηκαν εξαρχής στενά με σωρεία καιροσκόπων, εθνικοσοσιαλιστών, δολοφονικών ομάδων και τη γερμανόφιλη άρχουσα τάξη της πόλης σε μια αντικομμουνιστική και αντιεβραϊκή βάση, ευνοούσαν σαφώς μια εμφύλια σύγκρουση.

Είναι χαρακτηριστικό το έγγραφο του Α2 της Βέρμαχτ για τη Θεσσαλονίκη: 'Το κομμουνιστικό στοιχείο είναι εδώ, όπως και στην Αθήνα, τόσο ισχυρό, που με βεβαιότητα πρέπει να αναμένεται πρώτα η κατάληψη της πόλης υπό τον EΛΑΣ. Παίρνοντας υπόψη ότι δεν μπορούμε να εμποδίσουμε μια ανάλογη εξέλιξη, συνιστάται, για να διατηρηθεί το δικό μας γόητρο, να χρησιμοποιείται γι' αυτά τα ζητήματα εκτεταμένα ο Γενικός Επιθεωρητής [Νομαρχιών] Αθ. Χρυσοχόου, ο οποίος με πρωτοβουλία του πρέπει να θέτει σε δράση Τάγματα Ασφαλείας, Αστυνομία και Χωροφυλακή, όπως το έπραξε ο Ράλλης στην Αθήνα. Μ' αυτό τον τρόπο θα καλύπταμε επαρκώς και τη δική μας υποχρέωση και η επιθυμητή κατάσταση του πολιτικού χάους θα επικρατούσε, αν προχωρήσουν τα πράγματα σε ένοπλες συγκρούσεις'.

Οι Ναζί δεν παρέδωσαν αμαχητί τη Θεσσαλονίκη ούτε ο ΕΛΑΣ έκανε 'στρατιωτικό περίπατο', όπως ισχυρίζονται οι άσπονδοι εχθροί του. Ο επιτελάρχης της 11ης Μεραρχίας Θανάσης Παπαθανασίου αναφέρει: «Η απελευθέρωση της πόλης δεν ήταν κάτι που έγινε ως εκ θαύματος. Ήταν το αποτέλεσμα σκληρών συγκρούσεων ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τις άλλες εθνικοαπελευθερωτικές οργανώσεις  εναντίον των Γερμανών, οι οποίοι ήταν ασύγκριτα αριθμητικά υπέρτεροι και άριστα εξοπλισμένοι, και εναντίον των συνεργατών τους. Έτσι λοιπόν ο ΕΛΑΣ αντιμετώπιζε όχι μόνο τις εχθρικές δυνάμεις αλλά και όλες τις άλλες δυνάμεις, οι οποίες ήταν σημαντικές και οι οποίες δρούσαν κατά ένα τρόπο πιο έμπειρο απ΄ ό,τι οι Γερμανοί, διότι γνώριζαν πρόσωπα και πράγματα, τόπους, κλπ.' Στο τελεσίγραφο που σώζεται, ο στρατιωτικός διοικητής Μύλλερ Όστερν απειλεί να κανονιοβολήσει σε 24 ώρες τις συνοικίες της Άνω Πόλης, εάν το ΕΑΜ δεν εγγυηθεί ότι δεν θα επιτεθεί κατά των γερμανικών δυνάμεων. Ο κανονιοβολισμός αποτράπηκε χάρις στην  παρέμβαση του προέδρου του Ερυθρού Σταυρού Βέγγερ, ο οποίος αποκαλύπτει ότι οι υποτιθέμενες 'αγριότητες' του ΕΑΜ ήταν ανύπαρκτες.

Οι γερμανικές στρατιωτικές δυνάμεις πριν υποχωρήσουν, ναρκοθετούν ζωτικούς χώρους της πόλης για να προκαλέσουν γενική παράλυση στης ζωή της: Ανατινάζουν την Εφορεία Υλικού Πολέμου (στην περιοχή των σημερινών δικαστηρίων) και εγκαταστάσεις στο Τελωνείο (το σημερινό Επιβατικό Σταθμό στο λιμάνι). Επιχειρούν να ανατινάξουν και το παγιδευμένο με εκρηκτικά κεντρικό υδραγωγείο της πόλης (περιοχή Παναγίας Φανερωμένης), την Ηλεκτρική Εταιρία (σημερινές εγκαταστάσεις της ΔΕΗ στην Αγ. Δημητρίου) και τους αλευρόμυλους Αλλατίνι. Tις πολύτιμες αυτές εγκαταστάσεις διασώζουν με αποφασιστική επέμβαση ο Εφεδρικός ΕΛΑΣ και τμήμα του 13ου Συντάγματος. Παράλληλα λόχος του Εφεδρικού ΕΛΑΣ Μυλεργατών αποτρέπει την ανατίναξη των σιταποθηκών και των αλευρόμυλων Αλλατίνι. Τέλος, παραδίνονται τα απομεινάρια της Χωροφυλακής, που είχαν οχυρωθεί στο κτίριο της ΧΑΝΘ, που θα γίνει έδρα της ‘Προσωρινής Δημοτικής  Αρχής’, που διορίζει το ΕΑΜ, με επικεφαλής τον αντιστασιακό πρώην πρύτανη του ΑΠΘ Δημήτρη Καβάδα.

Και βέβαια, με την έγκαιρη επέμβασή του ο ΕΛΑΣ έσωσε την πόλη και από τις ναζιστικές συμμορίες του Δάγκουλα, του Πούλου, του Κισά-Μπατζάκ, του Βήχου και των άλλων που ετοιμάζονταν να εισβάλουν και να καταλάβουν τη Θεσσαλονίκη, μόλις αποχωρούσαν οι Γερμανοί. Καταλαβαίνει κανείς τί λουτρό αίματος και τί πλιάτσικο θα ακολουθούσε.

Στις 30 Οκτωβρίου του 1944, ημέρα Δευτέρα, εισέρχεται πανηγυρικά ο ΕΛΑΣ στην ελεύθερη πλέον Θεσσαλονίκη, με μία συγκλονιστική παρέλαση στην λεωφόρο Νίκης κι την λαϊκή πλημμύρα, που γέμισε τους δρόμους και τις πλατείες του κέντρου της πόλης. .

Ο ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ προχώρησαν στην ανασυγκρότησή της πόλης και την παρέδωσαν μετά τη Βάρκιζα στις εκλεγμένες δημοτικές αρχές, γλυτώνοντάς την από αιματοχυσία ανάλογη των Δεκεμβριανών. Πρόκειται για μια έμπρακτη απάντηση σε όσους κινδυνολογούσαν -και εξακολουθούν να κινδυνολογούν- για την περίπτωση που οι δυνάμεις των ΕΛΑΣ-ΕΑΜ θα απελευθέρωναν την Αθήνα. Νομίζω πως ήρθε πλέον η ώρα να αποκατασταθεί πλήρως και στην πράξη η ιστορική αλήθεια και να εμφανισθεί και στην ονοματοδοσία των οδών της πόλης μας, αποκαθηλώνοντας τα ονόματα των κατοχικών δημάρχων και αντικαθιστώντας τα με τα ονόματα των ηγετών της απελευθέρωσής της.

Τελειώνοντας, μέρα που είναι σήμερα, ας μου επιτραπεί μία ιδιαίτερη αναφορά στον θείο μου, τον Καπετάν Νικήτα, τον διοικητή του 50ου συντάγματος του ΕΛΑΣ, τον Κώστα Συννεφάκη, τον καβαλάρη πάνω στο άσπρο άλογο, που παρελαύνει με καμάρι στην λεωφόρο Νίκης στις 30 Οκτωβρίου του 1944.

Ο Κωνσταντίνος Συννεφάκης γεννήθηκε το 1913 στο Λιβάδι Ολύμπου-Ελασσόνας και μόλις τελείωσε το Γυμνάσιο της, διορίστηκε υπάλληλος στην Αγροτική Τράπεζα. Παράλληλα ξεκίνησε τις σπουδές του στην Νομική Σχολή του Α.Π.Θ. Με την έκρηξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου, βρέθηκε να πολεμάει στο αλβανικό μέτωπο, στην πρώτη γραμμή, ως έφεδρος ανθυπολοχαγός του πεζικού και προήχθη σε υπολοχαγό επ' ανδραγαθεία.

Ήταν από τους πρώτους αντάρτες που τον Φεβρουάριο του 1943 βγήκαν στο βουνό, στο αρχηγείο του Ολύμπου και των Πιερίων. Στην αρχή, ως διοικητής λόχου, πήρε μέρος στη μάχη της Τάχνιστας ενάντια στους Γερμανούς, τον Απρίλιο του 1943, ενώ τον Ιούνιο του ιδίου έτους, με μία μικρή δύναμη, κατέστρεψε τη σιδηροδρομική γραμμή από την Κατερίνη μέχρι τα Τέμπη.

Εκτελώντας εντολές του Στρατηγείου Μέσης Ανατολής, κατέστρεψε τη σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Αθήνας, με αποτέλεσμα να διακοπεί η συγκοινωνία για δύο εβδομάδες, καθυστερώντας την τροφοδοσία της στρατιάς του Ρόμελ στην Αφρική.

Τον Σεπτέμβριο του 1943, ανέλαβε τη διοίκηση του 50ού Συντάγματος του ΕΛΑΣ ως στρατιωτικός αρχηγός και στη συνέχεια ως καπετάνιος του, δίνοντας σκληρές μάχες κατά των Γερμανών. Ο Καπετάν Νικήτας είχε γίνει ο φόβος και το τρόμος των Γερμανών και των δωσίλογων στην περιοχή της Κατερίνης. Υπήρξε θρυλική μορφή της Αντίστασης, έχοντας στο ενεργητικό του πράξεις που ανάγκασαν ακόμη και το Γενικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής να το αναγνωρίσει.

Στα τέλη Οκτωβρίου του 1944, με ένα τάγμα του Συντάγματός του, συναντήθηκε στην Χαλκιδική με το 31ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ  και συντονισμένα μετά, μπήκε με το 50ο Σύνταγμα από τα δυτικά, ενώ από βόρεια και ανατολικά μπήκε το 31ο Σύνταγμα της Χαλκιδικής, με επικεφαλής τον Καπετάν Λάμπρο, τον Κύρκο Αικατερινάρη και απελευθέρωσαν την Θεσσαλονίκη από τους Γερμανούς κατακτητές.

Ο Κώστας Συννεφάκης, ο Καπετάν Νικήτας, δολοφονήθηκε στις 23 Μαρτίου1945, από παρακρατικούς και ταγματασφαλίτες, στο Κεραμίδι Πιερίας, έξω από την Κατερίνη.

Όσο διαβάζουμε για τέτοιες μορφές, που τιμούμε σήμερα εδώ, μπορούμε και πρέπει να τις διαβεβαιώσουμε, εκεί ψηλά που βρίσκονται, ότι δεν πρέπει να φοβούνται. Να φοβούνται, μόνον εάν τα μηνύματά τους, εμείς δεν θα τα μεταφέρουμε στους νεότερους, να φοβούνται μόνον εάν τα μηνύματα αυτά δεν θα βγουν παραέξω, να φοβούνται μόνον, εάν εμείς δεν γίνουμε φορείς και μεταφορείς των πράξεών τους. Να φοβούνται οι άγιες αυτές μορφές, μόνον εμάς και την τυχόν ιστορική μας ραστώνη, την τυχόν δημοκρατική μας τεμπελιά, την τυχόν συνειδησιακή μας αγρανάπαυση και την τυχόν πατριωτική μας σκουριά. Η διατήρηση της μνήμης τους και η διάδοση των θυσιών τους στον σύγχρονο κόσμο, πέρα από υποχρέωσή μας,  είναι μία μορφή δικαίωσης και αποκατάστασης της ιστορικής αλήθειας, που τόσες προσπάθειες έκαναν και κάνουν οι παραχαράκτες της ιστορίας μας. Την ιστορία την έγραψε και την γράφει ο λαός με τους αγώνες του. Ας μην επιτρέψουμε να μας την διηγούνται οι διάφοροι καθεστωτικοί τελάληδες.

Ας είναι ελαφρύ το χώμα που σκεπάζει όλους τους ήρωες και τον Καπετάν Νικήτα, τον Κώστα Συννεφάκη, τον εκ Λιβαδίου Ολύμπου ορμώμενο, που έζησε μία ζωή 32 μόλις χρόνων, συμπυκνωμένη όμως με όλες τις αρετές και τις αντιφάσεις της ελληνικής ιστορίας, μία ηρωική ζωή. Ζωή την οποία διέκοψαν βιαίως οι θλιβερές σκιές των απρόσωπων κουκουλοφόρων, των ακέφαλων ασωμάτων της προδοσίας, του μαυραγοριτισμού και της πουλημένης και αργυρώνητης ψευδοπατριωτικής αλητείας.


Τρίτη 8 Απριλίου 2025

 

Προς Κυλωνείαν ομήγυριν επικαιροποιημένης επιστολής

Συνεφάκη του τσιπουροχόου το ανάγνωσμα, πρόσχωμεν.

ΠΟΛΥΦΟΝΤΕΙΑ 2025

Ραψωδία σε ιαμβικό 15σύλλαβο ζευγαρωτό, εν τω διασήμω τσιπουρερί της Λόλας, 8 Απριλίου 2025 

------------------------------------------------------------------------------------------------------

 

Άντε πάλι μιά απ’ τα ίδια, πέρσι τα ΄χα ξαναπεί

Έχει γίνει πιά συνήθεια, αλλά η χαρά είναι διπλή

Θα τα λέω κάθε χρόνο, ποτέ δεν θα κουραστώ

Ως το τέλος του αιώνα θα ‘μαστε και πάλι εδώ

 

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελά πατέρα;

Γιατί λάμπει τώρα ο ήλιος και φωτίστηκε η μέρα;

Έχει γενέθλια μήπως κάποιος και γι’ αυτό χαίρετ’ η φύση;

Ποιός είναι ο νεολαίος, να ευχηθούμε να μας ζήσει;

 

Είν’ ο Φόντας ο λεβέντης, Λιβαδιώτης πέρα ως πέρα

Που όταν μπήκε μες’ το σόϊ, έφερε άλλο αέρα

Και μας πήρε την Νικούλα, το κορίτσι το γλυκό

Και την άντεξε ως τώρα μ’ ένα ύφος στωικό

 

Που όταν ήρθε με την Νίκη για να πάρει την ευχή

Του μπαμπά, του θείου Γιάννη κι η χαρά να διαχυθεί

Μπήκαν στον ανελκυστήρα και οι δυό τους ντροπαλοί

Και της έσκασε της Νίκης ένα σβουρηχτό φιλί

 

Είναι ο άνδρας της ξαδέλφης, με υπομονή ιώβεια

Και η Νίκη του ‘χει ρίξει μία κάθειρξη ισόβια

Για να ΄μαστ’ όμως δίκαιοι, σαν βασιλιά τον έχει

Κι εγώ ακόμη απορώ, τον Φόντα πώς αντέχει

 

Με το χιούμορ του ο Φόντας έχει γράψει ιστορία

Με χαμόγελο στα χείλη και με τρυφερή ειρωνία

Είναι πρώτος για παρέα και για ιαματικά

Αλλά έχει τροχοπέδη την Νικούλα μας παιδιά

 

Κάλεσε λοιπόν ο Φόντας μιά παρέα εκλεκτή

Να γιορτάσουνε στης Λόλας το γνωστό τσιπουρερί

Και να πιούνε στην υγειά του νέκταρ ιαματικό

Και να ζήσει χίλια χρόνια με τη Νίκη στο πλευρό.

 

Πέρσι πήραμε του Φόντα δώρο ένα κομπολογάκι

Φέτος όμως ένα ωραίο σατενένιο φουλαράκι

Αν και μάλλον του Κωστάκη θα κοσμήσει τον λαιμό

Διότι θα το θεωρήσει πετραχήλι ερωτικό

 


 

Κι αν τ’ αρπάξει ο Θανάσης, βρε χαλάλι του παιδιά

Διότι είναι και οι δύο παίδαροι και λεβεντιά

Αλλά εγώ όμως προτείνω να μην το χαρίσει ο Φόντας

Και να βγει τσάρκα με μένα στα μπαράκια περπατώντας

 

Και η Νίκη να γκρινιάζει, ξάδελφε πού μου τον πας

Δεν είναι για τέτοια ο Φόντας, διότι εσύ θα τον μεθάς

Και μετά θα του αρέσει και θα θέλει κι άλλη τσάρκα

Διότι εγώ σε ξέρω εσένα, είσαι μια μεγάλη μάρκα.

 

Δήμαρχε βάλε σημαίες, φωταγώγησε την πόλη

Δέσποτα χτύπα καμπάνες, να τα’ ακούσει η πλάση όλη

Εθνική γιορτή αμέσως σήμερα να κηρυχθεί

Κι όποιος διαφωνεί μαζί μου θε’ να πάει να πνιγεί

 

Φόντα μας να είσαι πάντα παίδαρος και υγιής

Να σε χαίρονται οι δικοί σου και οι φίλοι όπου γης

Κι οι εχθροί σου να ζαρώσουν και να βγάλουν τον σκασμό

Γιατί εγώ θα τους πλακώσω δίχως κάποιο ενδοιασμό

 

Κι αν τυχόν κάποιος στου Φόντα κάτι αρνητικό προσάψει

Πείτε του μη τον πετύχω διότι θα την έχει βάψει

Να ξεχάσει αυτά που ξέρει, τέρμα πιά τα κιμπαρλίκια

Γιατί ο Πρόεδρος θ’ αγριέψει και θ’ αρχίσει μπινελίκια.

 

Σαν τον πλάτανο είν΄ο Φόντας με πλατιά την φυλλωσιά

Κάνει κόντρες με εκείνον της πλατείας μας παιδιά

Έχει ακόμη όμως μπροστά του χρόνια άπειρα, θα δει

Θα του γράφω τέτοια μέρα, μέχρι να με βαρεθεί

 

Να μας ζήσει ο Φοντίκος, χίλια χρόνια αειθαλής

Και κιμπάρης όπως πάντα, γελαστός και μερακλής

Κι ο λαός ζητωκραυγάζει με ιαχή ουρανομήκη

Ζήτω ο Φόντας ο λεβέντης, άντε, ζήτω και η Νίκη.

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2024

 

Η ανεξίτηλη γραφίδα του Δημήτρη Μπρούχου

στο παλίμψηστο του Β’ Αρρένων (2ου ΓΕΛ) Θεσσαλονίκης

Γιώργος Ι. Συνεφάκης

-------------------------------------------------------------------------------

Εισήγηση στην εκδήλωση του ΙΚΤΙΝΟΥ προς τιμήν του στις 20/3ου 2024

 

Όταν μου πρότεινε ο φίλτατος Δημήτρης Μπρούχος, ένας καταξιωμένος ποιητής, λογοτέχνης και στιχουργός, να μιλήσω στην εκδήλωση που οργάνωσε ο ΙΚΤΙΝΟΣ προς τιμήν του, υποσυνείδητα ένοιωσα ότι πρέπει να αρνηθώ. Τι δουλειά έχω εγώ, ένας αρχιτέκτων-πολεοδόμος μηχανικός, ένας ερασιτέχνης αναγνώστης των έργων του και ερασιτέχνης ακροατής των μελοποιημένων στίχων του, να μιλήσω για το έργο ενός καταξιωμένου ποιητή και στιχουργού; Αλλά όταν με κάρφωσε με το αφοπλιστικό και διεισδυτικό του βλέμμα, αναγκάστηκα να ψελλίσω ένα ΝΑΙ, θεωρώντας τιμή μου που με επέλεξε ως ομιλητή. Είδα μετά και τον κατάλογο των εγκρίτων ομιλητών της εκδήλωσης, που καλύπτουν όλο το φάσμα του τεράστιου έργου του Μπρούχου και πάγωσα ακόμη περισσότερο, φοβούμενος τις επικαλύψεις, μιά που με τοποθέτησε ως τελευταίο ομιλητή.

Εν πάση περιπτώσει, είπα να το παλέψω, διότι πέραν όλων των άλλων φιλικών μου αισθημάτων προς αυτόν, η μεγάλη αγάπη του Δημήτρη Μπρούχου για το Σχολείο μας το Β’ Αρρένων -το σημερινό 2ο ΓΕΛ- με συγκινεί, δεδομένου ότι ο Σύλλογος αποφοίτων του, ο ΙΚΤΙΝΟΣ, είναι δικό μας παιδί που βγήκε από τα σπλάχνα μας και που είχα την τιμή να είμαι ο 1ος του Πρόεδρος από το 2012 που ιδρύθηκε, έως το 2015.

Ο τίτλος της εισήγησής μου προκύπτει από την άποψή μου ότι το Β’ Αρρένων, νυν 2ο ΓΕΛ,, (όπως και κάθε εκπαιδευτική δομή), αποτελεί ένα παλίμψηστο, -μάλιστα ένα πολυπαλίμψηστο, εάν μου επιτρέπεται ο όρος-, όπου χρόνο με τον χρόνο γράφεται η ιστορία διά χειρός μαθητών και καθηγητών, πάντα στο πλαίσιο της περιρρέουσας κοινωνικής ατμόσφαιρας στις συγκεκριμένες ιστορικές στιγμές.

Μία από τις γραφίδες, είναι και εκείνη του Δημήτρη Μπρούχου, τον οποίο τιμάμε σήμερα. Επώνυμος ποιητής, λογοτέχνης και στιχουργός, διαμάντι ύφους και ήθους, αλλά έξω από τα αθηνοκεντρικά κυκλώματα. Έρχεται να προσθέσει το όνομά του στους διακεκριμένους διαχρονικά αποφοίτους του Σχολείου μας, που ήδη 8 από αυτούς τιμήσαμε ως ΙΚΤΙΝΟΣ (Ανδρόνικος, Χριστιανόπουλος, Βακαλόπουλος, Βαφόπουλος, Καραγάτσης, Βαρβιτσιώτης, Σπύρου, Βουτσάς) ονοματίζοντας ισάριθμες αίθουσες του Λυκείου και που άλλους τόσους περίπου θα τιμήσει ανάλογα και το Γυμνάσιο, λίαν προσεχώς.

Σ’ αυτό λοιπόν το παλίμψηστο ηλικίας 110 ετών του Σχολείου μας, όπως και σε κάθε παλίμψηστο, ο ποιητής ξύνει με την γραφίδα του στην περγαμηνή ό,τι θέλει, αλλά κυρίως όπως θέλει. Όμως σ’ αυτόν τον περίεργο και αλλοπρόσαλλο τόπο που ζούμε, άλλα χαράζει ο ποιητής και συνήθως άλλα απαγγέλει ή ακόμη και αποκρύπτει ο δημόσιος τελάλης, ειδικά ο τελάλης των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση του Μπρούχου όμως, έχουμε την ευτυχή σύμπτωση, του να ταυτίζονται ποιητής και τελάλης. Ο Δημήτρης Μπρούχος είναι ο δημόσιος τελάλης της γραφής του, μιάς γραφής ανθρώπινης, καθαρής, τρυφερής, ερωτικής, που συμπυκνώνει σε στίχους-καρφιά καημούς, χαρές, παράπονα, μεράκια, λύπες, νίκες ή και ήττες. Οι στίχοι αυτοί, γεμάτοι αλληγορίες και δομημένοι σε συμπαγείς στροφές, συνήθως με ρίμες ιαμβικού ενδεκασύλλαβου ή δεκαπεντασύλλαβου, ζευγαρωτές ή σταυρωτές με τομές και επενδεδυμένοι με θεσπέσιες πεντάγραμμες νότες, σε κάνουν με την στεντόρεια φωνή τους να νοιώθεις ότι σε διαπερνά ένα ρίγος αληθινής ζωής σε όλες της τις εκφάνσεις. Δεν είναι τυχαίο εξ άλλου, ότι επώνυμοι μουσικοί και τραγουδιστές, μας μετέφεραν επάξια το έργο του.

Προσωπικά, κατά τα μαθητικά μου χρόνια στο 6τάξιο Β’ Αρρένων -είμαι απόφοιτος του 1969-, έχοντας βιώσει εβδομαδιαίως τα πέντε 7ωρα και το ένα σαββατιάτικο 6ωρο, σε μία «πειραματική» θα έλεγα σύζευξη πρακτικού και κλασικού, με όλα τα μαθήματα θεωρητικής και θετικής κατεύθυνσης επί 6 χρόνια, με γοήτευαν πέραν των άλλων θετικών, πάντα στα μαθήματα περί Ομήρου και Βιργιλίου οι ιαμβικές πολυσύλλαβες ραψωδίες και η μουσικότητα του ρυθμού τους. Μάλιστα, στο λεύκωμα που έγραψα για το ιωβηλαίο των 50 χρόνων από την αποφοίτησή μας το 2019 (βρίσκεται στην βιβλιοθήκη του Σχολείου), κατέγραψα ως ερασιτέχνης ποιητής, σε ιαμβικό 15σύλλαβο ζευγαρωτής ομοιοκαταληξίας, τα 6 χρόνια της φοίτησής μου εδώ, από την 1η έως και την 6η τάξη, με απ’ ό,τι μου είπαν, σχετική επιτυχία.

Σκέφτηκα λοιπόν να ανατρέξω στα στιχουργικά μελοποιημένα πονήματα του Μπρούχου και να προσπαθήσω για κάποια απ’ αυτά -λόγω και του πεπερασμένου χρόνου που μου παραχωρήθηκε-, να συνθέσω από το περιεχόμενό τους, μία τετράστιχη στροφή για κάθε τραγούδι, σε ιαμβικό κατά κόρον 15σύλλαβο, ένα ποτ-πουρί, κάτι σαν μία «ασεβή» σπονδή στον ίδιο και στο έργο του. Ίσως αυτή η προσπάθειά μου να προσδώσει μια άλλη νότα στην εκδήλωση, δεδομένου ότι οι προλαλήσαντες θα έχουν σίγουρα αναλύσει σε βάθος και ακτινογραφήσει τον έντεχνο ποιητικό λόγο του Δημήτρη Μπρούχου.

Θυμήθηκα μία ρήση του νομπελίστα Ντάριο Φο, που την είχα ακούσει στα μέσα της 10ετίας του ’70, η οποία μου άνοιξε τα μάτια και τα αυτιά, όσον αφορά στα ακούσματα ενός τραγουδιού. Ο Ντάριο Φο είχε πει: «Εάν θέλεις να αξιολογήσεις ένα τραγούδι, πρώτα απομόνωσε τελείως την μουσική και διάβασε μόνον τους στίχους, ώστε να ακουμπήσεις τις έννοιες και την φιλοσοφία τους. Μετά, απομόνωσε τα λόγια και άκουσε μόνον την μουσική, ώστε να νοιώσεις τον ρυθμό της. Εάν σου αρέσουν και τα δύο, τότε το τραγούδι είναι καλό και μπορείς να το απολαύσεις»

Με αυτήν την λογική λοιπόν, κάθισα και άκουσα την μελοποιημένη ποίηση των τραγουδιών του Δημήτρη Μπρούχου. Σημειώνω εδώ, κάτι που ίσως διαφεύγει στους περισσότερους από εμάς. Στην Ελλάδα, είθισται κατά κόρον να ταυτίζουμε ένα τραγούδι με τον τραγουδιστή, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για τους δημιουργούς του, στιχουργούς και συνθέτες. Λέμε π.χ. ένα τραγούδι του Νταλάρα ή του Μητροπάνου, ενώ αυτοί είναι απλώς οι εκτελεστές. Μόνον στα διάσημα ονόματα κάνουμε αναφορά στους δημιουργούς, π.χ. Χατζηδάκι, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο ή Ελύτη, Ρίτσο, Σεφέρη κ.ο.κ. Καιρός είναι να αρχίσουμε να προτάσσουμε πάντα τους δημιουργούς και σε δεύτερη αναφορά τους εκτελεστές.

 Καταπιάστηκα λοιπόν με κάποιους στίχους του που έγιναν τραγούδια, 10 τον αριθμό:

Το τασάκι, Ξημερώνει, Απόδειξέ το, Βεγγαλικά πολύχρωμα, Για να μην ξεχνώ θυμάμαι, Αιγαίου φως, Έλληνας γνήσιος, Τα παλιά τα τραίνα, Το καπάρο, Και το λέμε ζωή

Συστήνω φυσικά ανεπιφύλακτα, σε όσες και όσους δεν έχουν διαβάσει το στιχουργικό έργο του Μπρούχου, να το κάνουν, διότι θα ευφρανθεί η καρδία τους.

Πάμε λοιπόν, ξεκινώντας με έναν πρόλογο δικό μου:


Όταν μου ‘κανε πρόταση ο Μπρούχος να μιλήσω

Σ’ εκδήλωση του Δεύτερου κι έτσι να τον τιμήσω

Κάθισα και μελέτησα τους όμορφούς του στίχους

Που διάσημοι επένδυσαν πανέμορφα με ήχους

 

Είδα πως χρησιμοποιεί με φίνα μαεστρία

Τις ιαμβικές τις συλλαβές, λες κι είναι ραψωδία

Και άρχισα να προσπαθώ, με στίχους του να παίξω

Σαν λεκτικό εράνισμα, πουλόβερ να του πλέξω

 

Σμίγοντας λόγια όμορφα απ’ τα ποιήματά του

Και λέξεις μέσα απ’ την ψυχή, όλες απ’ την σοδειά του

Να ράψω σταυροβελονιά, αγάπες κι απουσίες

Να καρικώσω όνειρα, όρκους κι αμφιβολίες

 

Το Τασάκι

Ξεκίνησα με μάγισσες, τσιγάρα και τασάκια

Με γράμματ’ ανεπίδοτα και με κρυφά γελάκια

Με σάπιο πλοίο αραχτό, δίχως γερό κατάρτι

Με της ψυχής τα κύματα να μοιάζουν με αντάρτη

 

Βεγγαλικά πολύχρωμα

Πήρα μετά βεγγαλικά, πήγα και στην πλατεία

Γιά να γεμίσω ουρανούς, να είναι σαν μαγεία

Φώναξα και τα όργανα, κορίτσια να χορέψουν

Δείχνοντας τα στριφώματα, τα μάτια μας να τέρψουν.

 

Απόδειξέ το

Ήρθε μετά μια όμορφη, που όρκο δεν κρατούσε

Για το πώς ένοιωθε αυτός, ποτέ της δεν ρωτούσε

Καράβι ακυβέρνητο που δεν πιάνει λιμάνι

Γι’ απόδειξη ότι μ’ αγαπά, ούτε νεύμα δεν κάνει

 

Αιγαίου φως

Μιά άλλη που την κάλεσε για να την σεργιανίσει

Και στου Αιγαίου τα νερά, μέσα να την βαφτίσει

Με βάρκα και βαρκάρισσα μιά γελαστή γοργόνα

Και με νονό με τρίαινα, τον όσιο Ποσειδώνα

 

Έλληνας γνήσιος

Μέσ’ του καιρού του τον κρατήρα, ανάβει άστρα λαμπερά

Και ονειρεύεται και κλαίει, αντρίκεια δάκρυα αλμυρά

Σφιχτά κρατώντας μες΄ τη χούφτα, του έρωτα ένα κλειδί

Κράμα μιάς έρμης χαρμολύπης, Έλληνας γνήσιος δηλαδή

 

Τα παλιά τα τραίνα

Τα παλιά τα τρένα, τα ξενιτεμένα, είναι αραγμένα

Έχουν της λησμονιάς σκουριά και παραπονεμένα

Θυμίζουν ζεϊμπέκικα μεράκια Καζαντζίδη

Και δάκρυα της ξενιτιάς σαν το στερνό ταξίδι

 

Το καπάρο

Θα πάρω πίσω το καπάρο, από τα ρέστα της ζωής

Και θα καρφώσω ένα τσιγάρο μέσα στο στόμα της ψυχής

θα γράψω ύστερα ένα γράμμα, με μία πένα κοφτερή

Κι αφού θα σου το απαγγείλω, μετά θα κάψω το χαρτί

 

Για να μην ξεχνώ θυμάμαι

Προσεύχεται το δάκρυ μου, ποτίζοντας τραγούδια

Του ήλιου οι ακτίνες τρέφουνε, ρίζες, πέτρες, λουλούδια

Τα όνειρά μου στον γκρεμό, μα εγώ δεν τα φοβάμαι

Διότι άγγελοι τα σώσαν για να μην ξεχνώ, θυμάμαι.

 

Και το λέμε ζωή - (Μεταφέρω από σεβασμό, άθικτη την τελευταία στροφή του πρωτοτύπου)

Πόσα παιδιά πεθαίνουν πάνω στον Πλανήτη,

πόσα κλαδιά καμένα κείτονται στη γη

και πόσο φως απ’ της ψυχής μας τον φεγγίτη,

να στείλει ο ήλιος να γιατρέψει μια πληγή.

 

Πλησιάζοντας προς το τέλος, παραθέτω αυτούσιο ένα εξαιρετικό πόνημά του.

Έχει τίτλο «Κατάδυση»:

Πρέπει να κατεβώ μέχρι το μηδέν. Να πήξω τη γλώσσα μου. Να λύσω το χορό των συμφώνων. Να λάβω το χρίσμα των φωνηέντων. Να ξεντυθώ το χιτώνα των Πρωτοπλάστων. Και νʼ ανοίξω τον κύκλο των εργασιών μου. Σκάβοντας βαθιά. Για τον Ουρανό.

Τελειώνοντας, του χαρίζω ένα τμήμα από το λεύκωμα που έγραψα για το ιωβηλαίο των 50 χρόνων από την αποφοίτησή μου το 2019 από το Β’ Αρρένων, το Σχολείο μας, που το αγαπάει κι αυτός τόσο πολύ:


Παλίμψηστο είναι το Σχολειό, περγαμηνή αιώνια

Που ξύνανε επάνω της στα δύσκολα τα χρόνια

Εκατοντάδες μαθητές χαράξαν τη ζωή τους

Σε Κατοχές κι Εμφύλιους αφήσαν την κραυγή τους

 

Και συνεχίζουνε διαρκώς να ξύνουν κάθε χρόνο

Επάνω στο παλίμψηστο, χαρές, λύπες και πόνο

Φουρνιές-φουρνιές οι μαθητές που διαρκώς θηλάζουν

Απ’ της παιδείας τον μαστό και δεν εφησυχάζουν.

 

Θα μείνουν ανεξίτηλα της νιότης μας τα χρόνια

Και θα τα διηγούμαστε μέχρι και στα εγγόνια

Και την μαθητική ζωή, παρ’ όλα της τα ζόρια

Σαν άσμα θα την ψέλνουμε και με φωνή στεντόρεια

 

Άνθρωποι είναι οι μνήμες τους και συγκρατούνε μόνο

Τις ανεξίτηλες στιγμές που γράφτηκαν στο χρόνο

Και το Σχολειό μάς άφησε πολλά τέτοια σημάδια

Αλλά περνάνε δυστυχώς τα χρόνια τα ρημάδια

 

Κι αν κάποιος από μας περνά, έξω απ’ το Σχολείο

Ας το κοιτάξει τρυφερά, γιά μας είναι μνημείο

Είναι τοπόσημο ζωής, που γιά 6 χρονάκια

παρέλαβε μειράκια και έβγαλε αντράκια

-------------------------------------------------------------------------

Ο Μπρούχος μας λοιπόν:

 

Ο Μπρούχος μας είναι σεμνός, του μέτρου είναι μύστης

Πακτώνει λέξεις στερεά, του λόγου είναι κτίστης

Γι’ αυτό και το Σχολείο μας, σήμερα τον τιμάει

Διότι κι αυτός μας έδειξε πόσο το αγαπάει.

 

Γι’ αυτό κι εγώ του εύχομαι, έμπνευση πάντα να ‘χει

Με λέξεις να τσακώνεται σε μια αέναη μάχη

Κι όπως λέει σ’ έναν στίχο του, ποτέ δεν θα πεθάνει

Θα βγαίνει πάντα νικητής, ακόμη κι όταν χάνει

 

Σας ευχαριστώ θερμά για την παρουσία σας και την αντοχή σας.

 Γιώργος Ι. Συνεφάκης

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

 Ημέρα ποίησης σήμερα, 21/3ου/2024.

Συμβάλλω κι εγώ ντροπαλά, με ένα απόσπασμα από το προσωπικό μου βιογραφικό, με τίτλο "Το 15σύλλαβο καρίκωμα μιάς ανιαρής ζωής"
..........................................................................
Τα όνειρά μας άπιστα και μ’ άλλους ύπνους πήγαν
Ελπίδες που ποτίζαμε, σηκώθηκαν και φύγαν
Τα μάτια μας τα κλείναμε μπροστά στις καταιγίδες
Με το στανιό συνένοχοι στις ονειροπαγίδες

Μας κυβερνάνε άδοξα γενιές πολυτεχνείου
Που αφού εξαργυρώσανε νειάτα του μεγαλείου
Τώρα με γλώσσα ξύλινη, συνέργειες κι οσμώσεις
Συναίνεση στη Λαϊκή πουλάνε πιά με δόσεις

Ρυτίδες μάς χαράξανε στις μάσκες της ψυχής μας
Στερέψαν τ’ αποθέματα και της υπομονής μας
Αλλιώς τα περιμέναμε κι αλλιώς μας ήρθαν όλα
Τα οράματα τρακάρανε, σφοδρή η καραμπόλα

Και υποθήκη βάλανε το μέλλον των εφήβων
Τρόϊκες και περικοπές, λιτότης εις τον κύβον
Μεταλλαγμένοι κυνικοί, ψεύτες και λωποδύτες
Σκιών θεάτρου ανδρείκελα, της χώρας αγιογδύτες

Βγάλαν τα μέτρα παγανιά και τα σταθμά σεργιάνι
Βάλαν λαμόγια και λαό στο ίδιο το καζάνι
Σαν τα θλιμμένα ορφανά που είναι πατροκτόνοι
Την επιείκεια ζητούν μέσ’ από την οθόνη

Άφλεκτοι ορίζοντες σιωπής στου χαβαλέ τη σήψη
Οι Ελλάδες μου παράλληλες κι ό,τι ‘θελε προκύψει
Μεταλλαγμένες κεφαλές κι αντίστροφες μετρήσεις
Μας φέρανε σε καθεστώς να ζούμε με αναμνήσεις

Γίναμε’ όλοι ναυαγοί Οιδίποδες της μνήμης
Αρχαίου κλέους κόλακες, μύστες αρχαίας φήμης
Πήραμε και μιά προφορά ιδιόλεκτου χαώδους
Οσφυοκάμπτες όμηροι συνείδησης πορώδους

Μας κοροϊδεύουνε διαρκώς, γιά Ιθάκες τσαμπουνάνε
Κι εμείς Οδύσσειας πλήρωμα όλο κουπί τραβάμε
Δεν λεν πως στη δεκάχρονη πάλη με τους Αιόλους
ο Οδυσσέας έθαψε τους σύντροφούς του όλους

Τη χώρα που στεφάνωσαν ο Μίκης με τον Μάνο
Κι ο Ελύτης με Σεφέρη μας και με το παραπάνω
Τη βλέπουνε να πένεται και να αργοπεθαίνει
Ενώ των άθλιων η ψυχή τα χέρια της τα πλένει

Σαν μούτσοι σαπιοκάραβου, της Κίρκης θιασώτες
Παρλάρουμε ασύστολα ως φο μπιζού πατριώτες
Μη μου τους κύκλους τάραττε ω πόρνη κοινωνία
Ψελλίζουμε τεμπέλικα αρχαία μεγαλεία

Ακτήμονες συνείδησης με τύψεις στη φορμόλη
Και πωλητήριο του εγώ ειν’ η ζωή μας όλη
Του Τειρεσία απόγονοι και θύματα και θύτες
Και χριστιανοί ορθόδοξοι και λίγο Ιησουΐτες

Πένητες καταντήσαμε του λόγου και της σκέψης
Ψάλτες της αφωνίας μας και με ξύλινες λέξεις
Κι από τα αρχαία αγάλματα κι Ερμή του Πραξιτέλη
Φτάσαμε σε λικνίσματα και χύδην τσιφτετέλι

Μπογιατισμένα όνειρα σε φόντο ασβεστωμένο
Το επίδομα ψευδαίσθησης κι αυτό είναι κομμένο
δάνεια ελπίδας προσπαθούν οι αλήθειες να μας δώσουν
αυτές που τις κατάκλεψαν δήθεν για να μας σώσουν

Τα όνειρα επιδέχονται μικρές παρασπονδίες
Κι όχι όπως τα κάνανε δίχως μικρές θωπείες
Φτιάξαμε και μία ζωή γεμάτη διγλωσσίες
με λόγια κούφια κι άνοστα κι άσκοπες ευλογίες

Μας μυκτηρίζουν όλοι τους με τα μεγάλα λόγια
Παραλλαγές κακότεχνες, ζήτωσαν τα λαμόγια
Κι εμείς τις ρητορείες μας με δήθεν αιτιάσεις
Με καπουτσίνα ραίνουμε De Facto επαναστάσεις

Σκληράδες υπερβολικές; διαδραστικές συγχύσεις;
Από παλιούς αγωνιστές υπάρχουν απαιτήσεις
Έγκλειστοι στο καβούκι μας αναλυτές αιτίων
Γοργά θα καταλήξουμε συλλέκτες επετείων

Ωστόσο, έχουμε ως λαός κι εμείς τα θετικά μας
Στήνουμε εύκολα είδωλα, τα φέρνουμε στα νερά μας
Κι αφού τα αγιοποιήσουμε ιδιοτελώς και χύμα
Μετά τα παραχώνουμε γονυπετείς στο μνήμα

Και χαίρουμε εκτιμήσεως και πλήρεις εγκωμίων
Μάτι δεν βγάλαμε ποτέ, ως όμοιοι ομοίων
Μελαγχολήσαμε μουντά και τη δημοκρατία
Ανάψαμε κι ένα κερί για την ορθοδοξία

Παιδιά, εμείς γεράσαμε, πιάσαμε τα στασίδια
Ιδανικοί αυτόχειρες και μία από τα ίδια
την ιστορία παίξαμε στα 5 δάχτυλά μας
τη χώρα μας ενέχυρο την έβαλε η γενιά μας

Ενός λεπτού ας κρατήσουμε σιγή για τα πεσόντα
Τα όνειρα που θάψαμε, τζάμπα τόσα προσόντα
Υπερβολές από τη μιά, την άλλη μηδέν άγαν
Μερέψαμ’ όλα τα θεριά αλλά οι κοριοί μας φάγαν
......................................................................

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2022

Επικήδειος γιά τον αδελφό-γαμπρό μου Νίκο

 

6 Σεπτεμβρίου 2022

Βάσκανος η μοίρα που έβαλε εμένα, τον Βενιαμήν της οικογένειας, να απευθύνω τα τελευταία λόγια για τον αγαπημένο μας αδελφό, τον Νίκο μας, που μας έφυγε τόσο σιωπηλά και ήρεμα.

«Ποία το βίου τρυφή, διαμένει λύπης μέτοχος; ποία δόξα στηκεν π γς μετάθετος; πάντα σκις σθενέστερα, πάντα νείρων πατηλότερα, μι οπ, κα τατα πάντα, θάνατος διαδέχεται», λέει ο ψαλμός της εξοδίου ακολουθίας.

Ο τεθνεώς δεδικαίωται, λένε οι κληρικοί για τους δικούς του δογματικούς και μεταφυσικούς λόγους. Εμείς, οι κοσμικοί, ο απλός λαός, λέμε για τους δικούς μας ανθρώπους «Θεός σχωρέσ’τον και αιωνία του η μνήμη».

Ο Νίκος μας δικαιώθηκε όμως εν ζωή. Δεν περίμενε να δικαιωθεί μετά θάνατον. Και δικαιώθηκε, όχι μόνο στην Μελίτα μας, όχι μόνον στα λατρεμένα του παιδιά, το Δεσποινάκι μας και τον Χαρούλη μας, τον Κώστα και την Πέννυ μας, τα εγγονάκια του, τον Νίκο και τον Χαράλαμπο, τον Νικολάκη και την Όλγα, όχι μόνον στ’ αδέρφια του και σε μένα και την Αριάδνη, όχι μόνον σε όλους τους συγγενείς του, ξαδέρφια κι ανήψια, στους φίλους του, στους συναδέλφους του, αλλά και σε όλον τον εκπαιδευτικό χώρο και την κοινωνία της πόλης μας.

Νίκος Ξύστρος, φιλόλογος και γλωσσολόγος, εξ Αρναίας Χαλκιδικής ορμώμενος.

Μια ζωή ευθεία, μια ζωή χωρίς τεθλασμένες παρεκκλίσεις. Σκόρπισε απλόχερα την καλοσύνη του σε όλους μας, διέχυσε και εφάρμοσε ως Δάσκαλος  τις γνώσεις του δίκαια και αυστηρά σε ένα μεγάλο πλήθος μαθητών επί 35 χρόνια σε Αρναία, Κομοτηνή και Θεσσαλονίκη, αγκάλιασε αφιλοκερδώς τους πάντες, άφησε το θετικό του αποτύπωμά στην κοινωνία μας, διδάσκοντας γνώση και ήθος.

Ο Νίκος μας, ο Νίκος μας το τέκνο της Αρναίας Χαλκιδικής, ο Νίκος μας η ήρεμη δύναμη, ο Νίκος μας της προσφοράς, ο Νίκος μας ο προσηνής, ο Νίκος μας ο ήπιος, ο Νίκος μας ο λιτός, ο Νίκος μας ο απέριττος, ο Νίκος μας ο ευγενής, ο Νίκος μας των χαμηλών τόνων, ο Νίκος μας ο ευγενής, ο Νίκος μας ο ευθύς, ο Νίκος μας ο νηφάλιος, ο Νίκος μας με πάντα ένα βιβλίο στο χέρι, ο Νίκος μας ο φιλόλογος, ο Νίκος μας που τον ρωτούσες γιά μία λέξη και επί 20’ σου έκανε εισήγηση με τις ερμηνευτικές, τις ετυμολογικές και τις βιβλιογραφικές αναφορές γι’ αυτήν, ο Νίκος μας που ήταν η επιτομή της ρήσης ότι δεν κατοικούμε χώρα, αλλά γλώσσα.

Ο Νίκος μας θα μας λείψει πολύ. Το κενό του δεν αναπληρώνεται με τις αναμνήσεις μας. ο Νίκος μας που έφυγε ήρεμα, ο Νίκος μας που όντως Εκοιμήθη, κατά την ρήση των κληρικών, λαϊκός ο ίδιος και όχι κληρικός.

Η οικογένειά μας ξεκληρίζεται. Πρώτα ο Δημήτρης μας, μετά η Άσπα μας και τώρα ο Νίκος μας.

Χάσαμε άδικα, ένα διαμάντι της στενής και ευρύτερης οικογένειάς μας, καθώς και της κοινωνίας μας. Ένα διαμάντι που τα τελευταία χρόνια παρά τα προβλήματα κινητικότητας που εμφάνισε, πάντοτε διατήρησε την οξύτητα του πνεύματός του. Έχασε την μάχη με τον θάνατο ξιφήρης και δορυάλωτος, αλλά όχι ρίψασπις.

Σήμερα συνοδεύουμε στην τελευταία του κατοικία έναν Αδελφό με το Α κεφαλαίο, έναν Πατέρα με το Π κεφαλαίο, έναν Επιστήμονα με το Ε κεφαλαίο, έναν Πολίτη με το Π κεφαλαίο.

Τα δάκρυά μας θα σε συνοδεύουν στο μεγάλο σου ταξίδι Νίκο μας. Με ανάγκασες εμένα αδελφέ μου, ως τον δήθεν λόγιο, να τολμήσω να εκφωνήσω αυτά τα φτωχά λόγια, για να τα πάρεις μαζί σου στην τελευταία σου κατοικία.

Κι εσύ Θεέ μου, φύλαξέ μας εκεί πάνω αυτόν που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ.

Διότι οι άνθρωποι είναι η μνήμη τους.

Η Μνήμη, η μητέρα της σοφίας κατά Αισχύλο, η σωτηρία των αισθήσεων κατά Πλάτωνα, η βίγλα η αψηλή στα φρένα μας κατά Καζαντζάκη. Στην μνήμη μου, την ιδιωτική λογοτεχνία μου, όπως και του καθενός μας, η παρουσία σου και το στίγμα σου στην ιστορία μας, θα είναι ανεξίτηλα αποτυπωμένη, ως λογοτεχνία της ζωής μου και της ζωής μας.

Αιωνία σου η μνήμη αγαπημένε μου αδελφέ Νίκο. Ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει. Χαιρέτα μου εκεί πάνω όλους τους δικούς μας που θα συναντήσεις. Καλό ταξίδι και καλή αντάμωση. Αργά ή γρήγορα, θα σου έρθουμε όλοι μας εκεί ψηλά, να ξαναστήσουμε την οικογένειά μας, να ξαναζήσουμε τις χαρές και τις λύπες μας, τα καβγαδάκια και τα γέλια μας, που μας έδεσαν για πάντα, στην ζωή και στον θάνατο.

Έχε γειά αγαπημένε μου αδελφέ. Αιωνία σου η μνήμη.

Ο αδελφός σου ο Γιώργος.