Τετάρτη 29 Απριλίου 2015

Λόγος στην τελετή ονοματοδοσίας των αιθουσών του 2ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης



Αξιότιμοι προσκεκλημένοι, καθηγητές του Σχολείου μας, αγαπητές και αγαπητοί γονείς και παιδιά, αγαπητές και αγαπητοί διαχρονικά απόφοιτοι, φίλες και φίλοι του 2ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης ‘ΙΚΤΙΝΟΣ’, εκλεκτοί μας προσκεκλημένοι, κυρίες και κύριοι.

Καλωσορίσατε στην εκδήλωση για την ονοματοδοσία των αιθουσών του Σχολείου μας, με ονόματα αποφοίτων του, οι οποίοι τίμησαν διαχρονικά την πόλη μας, την πατρίδα μας και κάποιοι και τον κόσμο όλο.


«Θεέ μου, φύλαγέ μου αυτά που έχουν πεθάνει», λέει η μεγάλη μας ποιήτρια Κική Δημουλά.

«Θεέ μου, φύλαγε μας αυτά που δεν θα πεθάνουν ποτέ», λέω εγώ, τολμώντας να παραφράσω αιρετικά τους μεγάλους της στίχους.

Είναι μεγάλη τιμή και χαρά για τα μέλη του Δ.Σ. μας και εμού προσωπικά, μια ιδέα που είχαμε κάποιοι από εμάς το 2012, να γίνεται σήμερα πραγματικότητα. Η ανωνυμία των αιθουσών, οι οποίες θα αποβάλλουν σήμερα την ψυχρότητα και την τυπικότητα των αριθμών τους (1,2,3 κλπ) και θα βαπτιστούν με ονόματα ανθρώπων που κόσμησαν διαχρονικά τον χώρο τους, έχει έναν πολύ φορτισμένο, συμβολικά και συναισθηματικά, χαρακτήρα.

Από αυτό το υπεραιωνόβιο Σχολείο, που διάγει το 101ο έτος της ζωής του, από αυτό το αναπόσπαστο στοιχείο της νεότερης ιστορίας της πόλης μας, έχουν αποφοιτήσει διαχρονικά μεγάλες μορφές της Τέχνης, της Επιστήμης, του Πολιτισμού και της εν γένει Κοινωνικής Ζωής και Προσφοράς προς την Πατρίδα μας. Εκατοντάδες πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, πεφωτισμένοι άνθρωποι, επιστήμονες που προσέφεραν και προσφέρουν στην κοινωνία μας γνώση και πολιτισμό, χιλιάδες καταξιωμένοι πολίτες σε κάθε χώρο και παρόντες σε κάθε έκφανση της κοινωνικής, οικονομικής, πολιτιστικής και πολιτικής ζωής αυτού του τόπου, σ’ αυτό τον χώρο φοίτησαν, αποφοίτησαν και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, της Ελλάδας και παντού στον κόσμο όλο.

Ο ΙΚΤΙΝΟΣ επέλεξε οκτώ από αυτούς, τον Μανόλη Ανδρόνικο, τον Μ. Καραγάτση, τον Γιώργο Βαφόπουλο, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, τον Απόστολο Βακαλόπουλο, τον Παναγιώτη Σπύρου, τον Τάκη Βαρβιτσιώτη και τον Κώστα Βουτσά, δίνοντας το όνομά τους σε αντίστοιχες αίθουσες του Σχολείου, ως μία πρώτη συμβολική, όπως προείπα, κίνηση αναγνώρισης του έργου τους. Είναι ονόματα που καλύπτουν όλο το φάσμα της ζωής μας και σε κάθε επίπεδο.

Δεν είναι μόνον η απότιση φόρου τιμής στους ανθρώπους αυτούς. Είναι το φορτίο που το κάθε όνομα κουβαλούσε και κουβαλάει, το φορτίο που εναπόθεσε στο σώμα και στο πνεύμα της πόλης μας, της χώρας μας και της κοινωνίας μας διαχρονικά. Είναι η παρακαταθήκη που μας άφησαν σε κάθε επίπεδο, αρχαιολογικό, λογοτεχνικό, ποιητικό, επιστημονικό και αναψυχικό, ώστε εμείς και οι επόμενοι από μας, να έχουν τα ευγενή αυτά φορτία, ως σημείο αναφοράς. Οι άνθρωποι αυτοί, ζώντες και τεθνεώτες, συνέβαλαν, ο καθείς με τον τρόπο του, στο να ζούμε εμείς καλύτερα, να μορφωθούμε καλύτερα, να είμαστε πιο περήφανοι ως Έλληνες, να είμαστε υγιέστεροι και ευθυμότεροι.

Η τοπωνυμία και η τοποσημία πλέον των πρώτων οκτώ αιθουσών, παίρνει μία άλλη διάσταση και γίνεται υποσυνείδητα, κυρίως στις επόμενες γενιές, ένα σημείο αναγνώρισης, ένα μαθητικό τοπόσημο στην μικροκλίματα της σχολικής τους ενασχόλησης. Είμαι σίγουρος ότι θα αποτελέσει ένα θετικό στίγμα στην εξάχρονη μαθητική τους ζωή, οσμώνοντας άρρηκτα τη μνήμη των οκτώ μεγάλων μας αποφοίτων με την μαθησιακή τους καθημερινότητα. Όπως την ιστορική διαδρομή ενός οικισμού, μιας πόλης, ενός έθνους, την καθορίζουν δυο βασικές συνιστώσες: οι άνθρωποι και ο τόπος, έτσι και την εξάχρονη διαδρομή ενός Σχολείου, τη καθορίζουν ο χώρος και οι μαθητές. Ανάμεσα σ' αυτούς, υφαίνεται και δομείται η προσωπικότητα των μαθητών, καλλιεργείται η μόρφωσή τους, εκκολάπτεται ο πολιτισμός τους και γενικότερα αρχίζει να σκιαγραφείται η πολυσχιδής φυσιογνωμία των παιδιών, γυμνασιόπαιδων και λυκειόπαιδων.

Όπως λοιπόν ένας τόπος, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία προβολή της ιστορίας στο έδαφος, έτσι και ένα Σχολείο, συλλαμβάνεται ως μία ολότητα μνήμης, ιστορίας, μύθου, λόγου, παιδείας και γνώσης. Υποβάλλει νοηματικούς κανόνες και όρια, δημιουργώντας παράλληλα νοηματικούς πυρήνες, οι οποίοι εκπέμπουν πολιτισμικά μηνύματα. Οι συναισθηματικοί δεσμοί των παιδιών ως προς αυτά, είναι πολύ ισχυροί και αυτό τα καθιστά ‘αιώνια’, ακόμη και όταν τυχόν αργήσουν οι δεσμοί αυτοί να εμφανιστούν, μέσα στην παραζάλη της τρυφερής τους ηλικίας, έως ότου ολοκληρωθούν ως κοινωνικές προσωπικότητες και τακτοποιήσουν την ζωή τους. Διότι οι άνθρωποι είναι οι μνήμες τους, η προσωπική λογοτεχνία του καθενός μας.

Με την έννοια αυτή, ο συμβολισμός της ονοματοδοσίας των αιθουσών, ξεφεύγει τελείως από μία τυπική εκδήλωση θεσμικού χαρακτήρα και παίρνει, έστω και αόρατες για πολλούς, διαστάσεις ιστορικής μνήμης, χαραγμένης ανεξίτηλα στο μυαλό όλων μας.

Μελετώντας τα έργα και τις ημέρες των οκτώ αυτών προσωπικοτήτων που σήμερα τιμούμε, διακρίνει κανείς στοιχεία σοφίας, ίχνη πονεμένης ευπρέπειας λόγου, ψήγματα καημών, παράπονα ζωής, αλλά πάντοτε διακρίνει κανείς δωρικά μεγαλεία συμπεριφορών.

Από το «Βρε Θανάση γιατί έκοψες το άλφα από μπροστά; Για ένα γράμμα χάνεις την αθανασία» του Χριστιανόπουλου, το «Όσο υπάρχουν ποιητές, τα  πουλιά θα πετούν και τα δέντρα θ’ ανθίζουν» του Βαρβιτσιώτη, το «Είναι λοιπόν, νεκρή η Θεσσαλονίκη; Έκλεισε ο μέγας τάφος, δίχως το δικό μου σώμα, κρατώντας μέσα του μονάχα, από τη μνήμη της μακρινής μου νιότης, μιαν υδρία δακρύων κι αίμα πηχτό ανεπούλωτων τραυμάτων;» του Βαφόπουλου, το «5.900 καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις, 4.218 θωρακοχειρουργικές και 932 αγγειοχειρουργικές, αλλά σημασία δεν έχει πόσους χειρούργησα, αλλά πόσους γλίτωσα από την επέμβαση» του Σπύρου, το «Γιατί η σύγχρονη ευπρέπεια εξοστρακίζει από τη ρητορική και το γραπτό λόγο την ονομασία των γλουτών; Μήπως στην αρχαία Ελλάδα ο όρος “καλλίπυγος” δεν ήταν ανώτατος έπαινος ομορφιάς; Αφού και σε θεούς χαριζόταν και ναοί και αγάλματα ήσαν γνωστοί μ’ αυτή την προσωνυμία» του Καραγάτση, το «Πραγματικά, ένα βράδυ ολόκληρο, έχω κάνει διάλογο με τα πρώτα πέντε μικρά κεφαλάκια που βρήκα. Όλη τη νύχτα μιλούσα μαζί τους. Όλη τη νύχτα, κυριολεκτικά, διαλεγόμουν μ’ αυτά τα πέντε κεφαλάκια» του Ανδρόνικου, το «Το σινάφι σε ανακαλύπτει, το κοινό σε αποκαλύπτει, αλλά η διάρκεια σε καθιερώνει. Μη βγεις στο σανίδι και κάνεις επίδειξη του ταλέντου σου, άσε να το ανακαλύψουν οι θεατές» του Βουτσά ή το «Χρειάζεται συνεπώς, παράλληλη καλλιέργεια της εθνοκεντρικότητας, όχι ως σωβινιστική εχθρότητα, αλλά ως λυτρωτικό αντίβαρο στον οικουμενικό πολιτικό και πνευματικό οδοστρωτήρα που ισοπεδώνει το φρόνημα και εκθεμελιώνει τα σύνορα των ψυχών και των συνειδήσεών μας» του Βακαλόπουλου.

Αυτούς τους οκτώ λοιπόν σήμερα ο ΙΚΤΙΝΟΣ τιμά και σηματοδοτεί ανεξίτηλα με τα ονόματά τους ισάριθμες αίθουσες του Σχολείου μας, αφήνοντας πολλά περιθώρια στις μεταγενέστερες σειρές να ψάξουν στα αρχεία μας και να τιμήσουν και αυτές με τη σειρά τους, στις υπόλοιπες αίθουσες του Γυμνασίου και του Λυκείου, άλλους επιφανείς αποφοίτους, πρώην, νυν και επόμενους, όταν θα επέλθει το πέρας του χρόνου κι όταν οι ψυχές θα ταξιδεύουν στο επέκεινα.

«Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε μια θέση στη ζωή των άλλων. Ή ένα θάνατο για τη ζωή των άλλων», όπως λέει ο Τάσος Λειβαδίτης

Τελικά, αν το φιλοσοφήσει κανείς, το Σχολείο είναι ένα παλίμψηστο, που γράφουμε όλοι μας περνώντας από εκεί, ξύνοντας λέξεις και γραμμές. Όποιες θέλουμε, όπως θέλουμε και ενίοτε όποτε θέλουμε. Αλλά ό,τι και να χαράξει ο ποιητής, εμείς κι εσείς, οι εφήμεροι ένοικοι του Σχολείου μας δηλαδή, ό,τι θέλει θα απαγγείλει ο εντεταλμένος τελάλης των μέσων μαζικής ενημέρωσης και επικοινωνίας. Το παλίμψηστο, αγαπητά μου παιδιά, δεν το μουντζουρώνεις, το χαράζεις με τις λέξεις και τις ιδέες σου. Προστατεύστε λοιπόν το παλίμψηστο μας από ασχήμιες. Ας γίνουμε λοιπόν κι εμείς κι εσείς οι επόμενοι, τα παιδιά μας, οι καλοί τελάληδες των λέξεων και των γραμμών μας. Ίσως τότε και οι τελάληδες θα γίνουν καλύτεροι.

Τελειώνοντας, θέλω να πω στα παιδιά, ότι να ξέρουν πως το Σχολείο είναι ένα ταξίδι στο δρόμο προς την Ιθάκη, όπως λέει και ο μέγας Καβάφης. Κι όταν φτάσεις, αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

Οι οκτώ τιμώμενοι, ό,τι είχαν να πουν, το είπαν και το λένε ακόμη. Χάραξαν με τις πράξεις τους και τη σοφία τους το σχολικό μας παλίμψηστο. Ας μην το μουντζουρώνουμε εμείς, είτε ως κέλυφος, είτε ως περιεχόμενο.

Για τα φθινόπωρα, τα κύκνεια, τις υδροροές των ερώτων, την αλληλοκτονία των ωρών, των αγαλμάτων την φερεγγυότητα, ό,τι είχαν να πουν οι οκτώ, το είπαν και το λένε, όπως λέει η Κική Δημουλά. Σε μας και κυρίως σε σας τους μαθητές, σε σας πλέον ο Λόγος. Τιμήστε τους, τιμώντας και κρατώντας τον Λόγο σας.

Κλείνοντας οριστικά και αμετάκλητα τον μακρόσυρτο λόγο μου και αφού σας ευχαριστήσω όλες και όλους για την παρουσία σας και την τιμή που μας κάνετε, σε μας του ΙΚΤΙΝΟΥ, αλλά κυρίως στο Σχολείο μας, θα πρότεινα, αντιστρέφοντας την τυπική έκφραση του «Να κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή», να παραφράσω και πάλι έναν στίχο της Λιλής Ζωγράφου και να σας καλέσω να κρατήσουμε «Ενός λεπτού κραυγή, ενός λεπτού αρμονική κραυγή χειροκροτήματος», στη μνήμη των τεθνεώτων και στην υγεία των ζώντων τιμωμένων σήμερα εδώ.

Σας ευχαριστώ θερμά

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2014

«2ο Γυμνάσιο-Λύκειο και ελεύθερη Θεσσαλονίκη - Βίοι παράλληλοι»



«2ο Γυμνάσιο-Λύκειο και ελεύθερη Θεσσαλονίκη - Βίοι παράλληλοι»

Γιώργος Συνεφάκης
Πρόεδρος του Συλλόγου αποφοίτων του 2ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης ‘ΙΚΤΙΝΟΣ’
Λόγος στην Αίθουσα τελετών του Α.Π.Θ. για τα 100 χρόνια του 2ου ΓΕΛ
Θεσσαλονίκη, 9 Νοεμβρίου 2014


Αξιότιμοι προσκεκλημένοι, κύριε Υπουργέ, κύριε Αντιπεριφερειάρχα, αγαπητέ φίλε κύριε Κοσμήτορα της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ και συναπόφοιτε, αξιότιμοι καθηγητές του Σχολείου μας, πρώην και νυν, αγαπητές και αγαπητοί γονείς και παιδιά, αγαπητές και αγαπητοί διαχρονικά απόφοιτοι, φίλες και φίλοι του 2ου Γυμνασίου-Λυκείου Θεσσαλονίκης ‘ΙΚΤΙΝΟΣ’, εκλεκτοί μας προσκεκλημένοι, κυρίες και κύριοι.
Καλωσήρθατε στην κεντρική εκδήλωση για τον εορτασμό των 100 χρόνων του Σχολείου μας. Καλωσορίσατε στην μεγάλη Αίθουσα Τελετών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, του μεγαλύτερου ναού της επιστήμης και της έρευνας στα Βαλκάνια.
Η μοίρα η καλή, μας όρισε εμάς του Δ.Σ. του Συλλόγου αποφοίτων του 2ου και εμένα προσωπικά, να τον διοικούμε, από τον Οκτώβριο του 2012 που δημιουργήσαμε τον ΙΚΤΙΝΟ, έως τον Οκτώβριο του 2015. Εμείς λοιπόν είμαστε οι τυχεροί που είχαμε την μεγάλη τιμή να διοργανώσουμε τις εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 100 χρόνων από την ίδρυση του Σχολείου μας το 1914, διότι το Σχολείο μας ιδρύθηκε 2 χρόνια μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ως η πρώτη σχολική και ουσιαστικά πρώτη εθνική εκπαιδευτική μονάδα της πόλης μας.
Ξεκινήσαμε τη θητεία μας με στόχο ο ΙΚΤΙΝΟΣ να συμβάλλει ενεργά και με όλες του τις δυνάμεις στη μορφωτική, πολιτιστική και εκπαιδευτική αναβάθμιση του Σχολείου μας, αξιοποιώντας στο έπακρο το δυναμικό των μελών του Συλλόγου. Ξεκινήσαμε τη θητεία μας με στόχο ο ΙΚΤΙΝΟΣ να κινηθεί δυναμικά προς πάσα κατεύθυνση, ώστε το Σχολείο μας να αποτελέσει έναν μεγάλης εμβέλειας πολιτιστικό πυρήνα της πόλης μας, τιμώντας και συνεχίζοντας την παράδοση των 100 χρόνων αδιάλειπτης παρουσίας του στην εκπαίδευση και μόρφωση των παιδιών της Θεσσαλονίκης.
Από αυτό το Σχολείο, από αυτό το αναπόσπαστο στοιχείο της νεότερης ιστορίας της πόλης μας, έχουν αποφοιτήσει διαχρονικά μεγάλες μορφές της Τέχνης, της Επιστήμης, του Πολιτισμού και της εν γένει Κοινωνικής Ζωής και Προσφοράς προς την Πατρίδα μας. Αναφέρω ενδεικτικά, από τους χιλιάδες αποφοίτους μας, τα ονόματα των αειμνήστων Μανώλη Ανδρόνικου, Μιχάλη Καραγάτση, Γιώργου Βαφόπουλου, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Απόστολου Βακαλόπουλου, Παναγιώτη Σπύρου και άλλων πρωτοπόρων διαμορφωτών της σύγχρονης Ελλάδας. Από τους εν ζωή και γεμάτους ενέργεια, αναφέρω ενδεικτικά τους Ντίνο Χριστιανόπουλο, Δημήτρη Παντερμαλή, Γιώργο Αναστασιάδη, Κώστα Βουτσά και πολλούς άλλους, ων ουκ έστιν αριθμός. Εκατοντάδες πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, πεφωτισμένοι άνθρωποι, επιστήμονες που προσέφεραν και προσφέρουν στην κοινωνία μας γνώση και πολιτισμό, χιλιάδες καταξιωμένοι πολίτες σε κάθε χώρο και παρόντες σε κάθε έκφανση της κοινωνικής, οικονομικής, πολιτιστικής και πολιτικής ζωής αυτού του τόπου, σ’ αυτό τον χώρο φοίτησαν, αποφοίτησαν και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της σύγχρονης Θεσσαλονίκης, της Ελλάδας και παντού στον κόσμο όλο.
100 χρόνια λοιπόν παρουσίας στην πόλη μας.
100 χρόνια ταυτισμένα με την ιστορία της Θεσσαλονίκης, με αυτό το σταυροδρόμι των πολιτισμών, με αυτή την όσμωση των φυλών, με αυτή την πολυπολιτισμική πόλη. 100 χρόνια λοιπόν, συνυφασμένα και παράλληλα με τις λύπες και τις χαρές της πόλης μας, με τους καημούς και τα κέφια της, με τους αναστεναγμούς και τα χαμόγελά της. 100 χρόνια με πληγές, με πυρκαγιές το 1917, με προσφυγιές το 1922, με Μάηδες το 1936, με πολέμους, με Κατοχή, με διαχρονικούς εκτοπισμούς, με Γεντί Κουλέ, με Λαμπράκηδες και Χαλκίδηδες, με χούντες, με κακουχίες, με σεισμούς. Όμως και 100 χρόνια με όμορφες στιγμές, με ευφορία, με Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, με Διεθνή Έκθεση, με Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, με Αρχαιολογικό και Βυζαντινό Μουσείο, με Μακεδονικό και Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, με Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, με Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, με Κρατική Ορχήστρα, με Φεστιβάλ Κινηματογράφου, με Γ’ Σώμα Στρατού, με συνεχή ανοικοδόμηση από τις καταστροφές, με ανάπτυξη, με πολιτισμό, με την ανακάλυψη της Βεργίνας και του Δίου, με τα ρεμπέτικα για την Θεσσαλονίκη μας μεγάλη φτωχομάνα του Τσιτσάνη, με τον φλοίσβο και την αύρα του Θερμαϊκού, με τον Ηρακλή, τον Άρη, τον ΠΑΟΚ και τον Απόλλωνα Καλαμαριάς.
Όλα αυτά πάντα με τον ανυπέρβλητο και επιβλητικό εικαστικό φόντο του Ολύμπιου βουνού των Θεών. Και πάντα κάτω από τη σκιά του συμβόλου της πόλης μας, του Λευκού Πύργου να μας δροσίζει.
Μαζί με την πόλη, το Σχολείο με τους μαθητές του. Βίοι παράλληλοι.
Γενιές που κάναν μάθημα στα υπόγεια της ΧΑΝΘ, γενιές που κάναν μάθημα στην Αγιά Σοφιά, γενιές που κάναν μάθημα στην παλιά Οικοκυρική, γενιές που ταλαιπωρήθηκαν, γενιές που εκτοπίστηκαν από τους Ναζί (99 μαθητές εβραϊκού θρησκεύματος εκτοπίστηκαν το 1943 και χάθηκαν), γενιές που πρωτοχάρηκαν το Σχολείο στο σημερινό κτίριο από το 1933, γενιές που δάνειζαν τις αίθουσές του και φιλοξενούσαν μεταγενέστερα σχολεία, ημερήσια και εσπερινά, αρρένων και θηλέων, γενιές μαθητών που μορφώθηκαν, που διακρίθηκαν, που πρόκοψαν. Γενιές με φθαρμένα αλλά καθαρά πουκάμισα και παντελόνια και βλέμματα, με κουρεμένα μαλλιά και με αστραφτερά χαμόγελα.
Άλλαζε η πόλη μας μορφή και ονόματα, άλλαζε και το Σχολείο μας. Το στίγμα του, από την οδό Σχολείων, στην οδό Ικτίνου. Από δρόμο σε πεζόδρομο. Από 6τάξιο 2ο Γυμνάσιο Αρρένων, σε 3τάξιο Γυμνάσιο και Λύκειο Αρρένων. Μετά από Αρρένων σε Μεικτό και σήμερα Γενικό Λύκειο. Από Β κεφαλαίο τονούμενο σε 2ο αριθμητικό. Σημεία των καιρών γαρ.
Όλοι μας όμως μάθαμε γράμματα. Κάποιοι απόφοιτοι μεγαλούργησαν, οι άλλοι στελέχωσαν την πόλη και την χώρα, φτιάξανε τη ραχοκοκκαλιά της οικονομίας της, της διοίκησής της, της εκπαίδευσής της, της παιδείας της, του πολιτισμού της, της μουσικής και των τεχνών της. Πολλοί μετανάστευσαν σε νέες προσφυγιές, στην Αθήνα και στο εξωτερικό, μια που δεν τους χωρούσαν τα όρια της πόλης μας, όπου διέπρεψαν και διαπρέπουν ακόμη και συνεχώς.
Ο Γενικός μας Γραμματέας Γιώργος Μουμουζιάς, στο πόνημά του «100 χρόνια 2ο», τους μέτρησε όλους τους απόφοιτους, έναν προς έναν. 9.083 άτομα επακριβώς, από το 1914 μέχρι το 2013. Μια ολόκληρη πόλη.
«Πλημμυρίζουν το χθες μαγεμένες σκιές, που ξοπίσω μου γράφουν τροχιά, με κρατούνε θαρρώ σαν αλήθειες παλιές σε λαβύρινθο δέσμιο βαθιά», τραγουδούσε ο συγχωρεμένος Νίκος Παπάζογλου.
Και σήμερα, εμείς όλοι, γιορτάζουμε τα 100 χρόνια του Σχολείου μας. Τιμούμε τα χρόνια της μορφωτικής μας δομής, τιμούμε τα χρόνια της άνθισής μας ως ανθρώπων, τιμούμε τα χρόνια της τρυφεράδας μας. Τιμούμε τη μνήμη των τεθνεώτων αποφοιτησάντων και συμμαθητών μας, τιμούμε τους καθηγητές μας που μας μάθανε γράμματα, τιμούμε τις μνήμες τις παράξενες, τις μυστήριες, αλλά και όμορφες, των μαθητικών μας χρόνων, τιμούμε τα πρώτα μας σκιρτήματα της ζωής και των εφηβικών μας ερώτων. Εμείς οι παλαιότεροι τιμούμε τα Άνδρα μοι ένεπε Μούσαν πολύτροπον, τα Ρεγκίνα ρόζας άματ, τις Σταχτομαζώχτρες και τα Λευτεριά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί, την τρισήλιον θεότητα, τα τετράγωνα της υποτεινούσης, τα όπερ έδει δείξαι, τα υδρογόνα δύο οξυγόνα μας, τις αρχές του Αρχιμήδη, τους νόμους του Μέντελ και του Νεύτωνα, τα εν-δυό κάτω και το κάθισμα βαθύ με υπερέκταση χειρών. Τιμούμε τα 70 και 80 άτομα ανά Τμήμα, τα τρεις-τρεις στα ξύλινα θρανία των 2 ατόμων. Οι νεότεροι θα θυμούνται αργότερα άλλα πράγματα, άλλα μαθήματα, άλλες γνώσεις, άλλες ατμόσφαιρες, άλλα ήθη, άλλα έθιμα, άλλη γλώσσα, άλλα βιβλία, άλλες ορολογίες, άλλες ανέσεις. Η ζωή συνεχίζεται ως καμπύλη, με τα κυρτά και τα κοίλα της, τα πάνω της και τα κάτω της, τα άλτα και τα μπάσα της, τους Μεσαίωνες και τις Αναγεννήσεις της.
Τιμούμε παράλληλα τις φασαρίες μας, τις κοπάνες μας, τις ζαβολιές μας, τα χαστούκια μας, τις επιπλήξεις και τις αποβολές μας. Τιμούμε ακόμη την αυστηρότητα και τον αυταρχισμό κάποιων καθηγητών. Ο πανδαμάτωρ χρόνος όλα τα απαλύνει, όλα τα αμβλύνει, όλα τα επουλώνει. Τιμούμε την αξιολόγηση που κάναμε σιωπηλά, ο καθένας μας, στους καθηγητές μας, ως προς την ατομική προσφορά και συμπεριφορά του καθενός τους.
Τιμούμε τελικά εκείνη την απροσδιόριστη αίσθηση της όσμωσης της μάθησης με τις αντιφάσεις της σωματικής και ψυχικής μας ανάπτυξης ως εφήβων και ως πολιτών. Τιμούμε τελικά 6 χρόνια από τα νειάτα μας. Τιμούμε τις εφηβικές μας χαρμολύπες.
Τιμούμε όμως επίσης, με μεγάλο παράπονο έως και θυμό, τα 81 χρόνια μοναξιάς του κτιρίου μας, που κανείς αρμόδιος, είτε υπουργός (και αποφοίτησαν αρκετοί από αυτό), είτε δήμαρχος, είτε θεσμικός παράγων εν γένει, δεν αξιώθηκε, δεν καταδέχθηκε ή δεν ενέσκηψε στο να το διατηρήσει, να το αναδείξει και να το ξανακάνει κόσμημα, αυτό το πρότυπο και πρωτοποριακό για την εποχή του κτίριο του μεγάλου αρχιτέκτονα Νικολάου Μητσάκη, που εγκαινιάστηκε επί πρωθυπουργίας Ελευθερίου Βενιζέλου και υπουργού Παιδείας Γεωργίου Παπανδρέου, το οποίο δεσπόζει στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, αλλά μαραζώνει μέρα με την ημέρα από την αδυσώπητη φθορά του χρόνου. Ανοίκεια και άδικη συμπεριφορά απέναντι σε ένα διατηρητέο κτιριακό συγκρότημα-δοχείο ζωής και γνώσης, ακριβώς μέσα στην καρδιά της πόλης μας. Ας επαφεθούμε στη ρήση «Βουλεύου μεν βραδέως, επιτέλει δε ταχέως». Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία πάντως, κύριοι ταγοί της πόλης και της πολιτείας.
«Είναι κάτι στιγμές, τρυφερές και λεπτές, σαν κλωστές τυλιγμένες σ' αδράχτι, σε γυρνούν απαλά, σε μεθούν σιωπηρά, σε γεμίζουν με πείσμα και άχτι», μελοποιεί ο τραγουδοποιός.
Τιμούμε τα πρώτα 100 χρόνια αυτού του Σχολείου, θέλοντας να δείξουμε και να αποδείξουμε στους παλιούς, ότι «Άμες δε γ’ εσσόμεθα πολλώ κάρρονες», γιορτάζοντας αυτά τα γενέθλια με έναν τρόπο που να συνάδει όσο το δυνατόν περισσότερο στην πολυποίκιλη καρποφορία της γνώσης που λάβαμε, αξιοποιώντας τις ειδικότητες και τις δεξιότητες των κατά καιρούς αποφοίτων του Σχολείου μας και μόνον αυτών.
Τελικά, τιμούμε τις μνήμες μας, που είναι οι μανάδες της σοφίας κατά Αισχύλο, οι σωτηρίες των αισθήσεών μας κατά Πλάτωνα, οι βίγλες οι αψηλές στα φρένα μας κατά Καζαντζάκη. Τιμούμε τις μνήμες μας, δηλαδή την ιδιωτική ιστορία και λογοτεχνία του καθενός από εμάς.
Τελειώνοντας:
Σήμερα τιμούμε εδώ στην όμορφη αυτή αίθουσα τα 100α γενέθλια του Σχολείου μας. Είναι η κατάληξη μιάς ετήσιας πορείας, κατά τη διάρκεια της οποίας οργανώσαμε μία σειρά από μεγάλες εκδηλώσεις (κοντσέρτα, συναυλίες, διαλέξεις, απότιση φόρου τιμής σε διάσημους αποφοίτους, αθλητικές εκδηλώσεις κλπ.), καλύπτοντας όλες τις πτυχές της πολιτιστικής, κοινωνικής και αθλητικής ζωής, όπως μάθαμε και μας έμαθαν οι Δάσκαλοί μας και οι γονείς μας.
Συστήνουνε στα νέα παιδιά που φοιτούν σήμερα και θα φοιτήσουν στο μέλλον στο Σχολείο μας, μπαίνοντας κάθε φορά μέσα στο κτίριο, να σηκώνουν το κεφάλι τους επάνω αριστερά ψηλά στον τοίχο και να βλέπουν την Θουκυδίδεια ρήση: «Ου το πένεσθαι ομολογείν αισχρόν, αλλά το μη φεύγειν έργω αίσχιον». Εάν την ενστερνισθούν, θα τα βοηθήσει να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι και καλύτεροι πολίτες. Τα ευχόμαστε καλή πρόοδο και να χαράξουν ανεξίτηλα στις μνήμες τους τα χρόνια της σχολικής τους ζωής. Μικρογραφία της ζωής τους είναι, αλλά σίγουρα πιο τρυφερή από την μετέπειτα.

Εκλεκτοί προσκεκλημένοι μας, κυρίες και κύριοι

Σας ευχαριστούμε θερμά που μας τιμήσατε με την παρουσία σας σήμερα εδώ, στα γενέθλια του Σχολείου μας. Σας ευχόμαστε ολόψυχα, υγεία και ευτυχία, προσωπική και οικογενειακή.
Ευχηθείτε κι εσείς με την σειρά σας το Σχολείο μας να τα χιλιάσει, σε μία μαθησιακή ατμόσφαιρα γεμάτη από τη θαλπωρή της γνώσης μεν, αλλά σε καλύτερο κτιριακό περιβάλλον δε.
Χρόνια μας και Χρόνια σας και Χρόνια του Σχολείου μας, πολλά και καλά.

Σας ευχαριστώ θερμά

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Θαλής ο Μειλίχιος. Στη μνήμη του ευπατρίδη Θαλή Αργυρόπουλου, Ομότιμου Καθηγητού Α.Π.Θ.


Θαλής ο Μειλίχιος

Στη μνήμη του ευπατρίδη Θαλή Αργυρόπουλου



Του Γιώργου Ι. Συνεφάκη, Αρχιτέκτονα-Πολεοδόμου



Φύλαγέ μου, Θεέ μου, τουλάχιστον όσα έχουν πεθάνει.

Κική Δημουλά, Ποιήτρια, Ακαδημαϊκός


Οι άνθρωποι είναι οι μνήμες τους. Είναι η προσωπική λογοτεχνία του καθενός μας. Η μνήμη όμως, όπου και να την αγγίξεις πονεί, λέει ο Γιώργος Σεφέρης


Το κείμενο αυτό, αφιερωμένο στη μνήμη του Θαλή Αργυρόπουλου, δεν περιλαμβάνει άμεσες αναφορές στο επιστημονικό του έργο. Είμαι σίγουρος ότι αυτό θα το κάνουν άλλοι καλοί και αξιότεροι συνάδελφοι, οι οποίοι διετέλεσαν και αυτοί συνεργάτες του στις πολυσχιδείς επιστημονικές και διοικητικές του δραστηριότητες και οι οποίοι είχαν στενότερες επιστημονικές, ερευνητικές και επαγγελματικές σχέσεις και επαφές μαζί του στους εν λόγω τομείς.

Η παρέμβασή μου θα εστιάσει στον άνθρωπο Θαλή Αργυρόπουλο και στην εν γένει κοινωνική του παρουσία και συμπεριφορά, όπως τον γνώρισα διαχρονικά στις διδακτικές και ακαδημαϊκές μας συνεργασίες, από το 1981 έως και την ημέρα αφυπηρέτησής του από το ΑΠΘ. Στην ευγένεια που εξέπεμπε κάθε του κίνηση, στον ευφυή χειρισμό του λόγου, στην άνεση και στην αποτελεσματικότητα της κάθε του ενέργειας, αλλά κυρίως στο ανυπέρβλητο και τρυφερό του χιούμορ.

Γνώρισα τον Θαλή Αργυρόπουλο το 1979-80, σε μία εκδήλωση διαπανεπιστημιακής συνεργασίας μεταξύ της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Α.Π.Θ. και της Αρχιτεκτονικής Σχολής της Βενετίας, όπου είχα κληθεί από συναδέλφους του Θαλή να δώσω ένα χέρι στα οργανωτικά θέματα. Μου έκανε εξ αρχής εντύπωση η ευγένεια που εξέπεμπε κάθε του κίνηση και ο μειλίχιος χαρακτήρας του, αλλά κυρίως το καυστικό του χιούμορ, ο αυτοσαρκασμός και η λεπτότατη ειρωνεία του, πάντοτε όμως μέσα σε ένα πλαίσιο αυστηρής ευπρέπειας.

Ένα χρόνο μετά, το καλοκαίρι του 1981, συνεργάτης πλέον του Εργαστηρίου Πολεοδομίας της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, συμμετείχαμε από κοινού σε ένα συνέδριο στο Βόλο για την συντήρηση και αναβίωση παραδοσιακών κτιρίων και συνόλων. Μαζί μας ήταν πολλοί φοιτητές μας. Μου είναι αδύνατον να ξεχάσω την πεζοπορία μας, από την Βυζίτσα έως τις Πινακάτες του Πηλίου. Δυόμισι περίπου χιλιόμετρα επικλινέστατης διαδρομής, κατηφόρας και ανηφόρας, δεδομένου ότι με το αυτοκίνητο έπρεπε κάποιος να κατέβει από τη Βυζίτσα στον παραλιακό άξονα και να ξανανέβει στις Πινακάτες, διανύοντας 32 χλμ. Μία πεζοπορία γεμάτη από μεστή ανταλλαγή απόψεων, φωτισμένες σκέψεις, ιδέες και απόψεις, διανθισμένες με το καταλυτικό του χιούμορ. Και όλα αυτά, περιστοιχιζόμενοι από καλλίγραμμες φοιτήτριες και ζωηρούς φοιτητές. Η κατάληξη της πορείας στις Πινακάτες, στην υπέροχη πλατεία της, με ένα τσιπουράκι και το μελιτζανάκι τουρσί για μεζέ, όπου εκεί ουσιαστικά ο Θαλής κελάηδησε την άποψή του περί συντήρησης και αποκατάστασης συνόλων και έκανε με γλαφυρότατο τρόπο τη σύνοψη των πορισμάτων του συνεδρίου, είναι ακόμη ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου.


Θυμάμαι που μεταξύ των άλλων, είχα αναφέρει την άποψη του Ελύτη περί Αναγέννησης, ότι:


«Οι Ευρωπαίοι αντλήσανε από τις ελληνικές αξίες για φτάσουν στην Αναγέννηση. Αλλά η Αναγέννηση η δική τους είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που θα μπορούσαμε να κάνουμε εμείς, εάν δε μας σταματούσε η τουρκοκρατία. Το βλέπουμε αυτό στη ταπεινή κλίμακα, τη μόνη άλλωστε όπου μπορούσαμε ακόμη να εκδηλωνόμαστε. Από την άποψη, ότι μία εσωτερική αυλή νησιώτικου σπιτιού, ή ένας περίβολος μοναστηριού είναι σαν αντίληψη, πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που έκανε τους Παρθενώνες και τις Θεομήτορες, παρά όλες οι κολώνες και οι μετώπες των ευρωπαϊκών ανακτόρων». Θυμάμαι επίσης ότι τόλμησα να προσθέσω κι εγώ στη ρήση του Ποιητή ασεβώς, ότι «Και μία αυλή ενός λαϊκού σπιτιού ή μία πλατανοσκιασμένη πλατεία ενός βλαχοχωρίου, εντάσσεται σε αυτή την θεώρηση του Ελύτη». Δεν θα ξεχάσω το βλέμμα που μου έριξε ο Θαλής. Είχα την αίσθηση ότι είχε βουρκώσει.


Ο Θαλής Αργυρόπουλος ήταν από τους πλέον ακέραιους, έντιμους, τρυφερούς και οξύνοες ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Την απίστευτη καθαρότητα του χαρακτήρα του και την αίσθηση της δεοντολογίας που καθόριζε την εν γένει συμπεριφορά του, την είχαν διαπιστώσει όλοι όσοι τον συναναστρέφονταν. Θυμάμαι και θα αναφέρω δύο χαρακτηριστικά περιστατικά κατά τη διάρκεια της κοινής μας ακαδημαϊκής ζωής, που νομίζω ότι τα λένε όλα:

-Κατά την περίοδο 1983-84, τότε που επιτρέπονταν οι μετεγγραφές φοιτητών από το εξωτερικό για λόγους υγείας, ο τότε πρόεδρος του Τμήματος ανέθεσε σε μία 3μελή επιτροπή με πρόεδρο τον Θαλή και μέλη εμένα και έναν άλλο συνάδελφο, την εξέταση των αιτήσεων (εάν θυμάμαι καλά 48 τον αριθμό). Ο Θαλής μας ανέθεσε την αρχική επεξεργασία και την αντίστοιχη κατάταξη μέσω μοριοδότησης, με βάση τα πιστοποιητικά ασθενείας που είχαν προσκομίσει οι ενδιαφερόμενοι. Μετά από ενδελεχή έλεγχο, πήγαμε στον Θαλή με τον συνάδελφο και του είπαμε ότι αδυνατούμε να μοριοδοτήσουμε, παρά τις σφραγίδες, βούλες και φαρδιές-πλατειές υπογραφές των μεγαλογιατρών, διότι ο πλέον υγιής φοιτητής (19 και 20 ετών) από τους αιτούντες μετεγγραφή, είχε τουλάχιστον σκλήρυνση κατά πλάκας ή μελάνωμα. Ο Θαλής μας είπε να μην ανησυχούμε. Στην Γ.Σ. του Τμήματος, όταν ήρθε προς συζήτηση το θέμα και ζητήθηκε η εισήγηση της επιτροπής, σηκώθηκε ο Θαλής και έδωσε την απίστευτη απάντηση: «Κύριε Πρόεδρε, η επιτροπή εισηγείται την απόρριψη όλων των αιτήσεων, διότι η περίθαλψη στο εξωτερικό είναι πολύ καλύτερη από την Ελλάδα και εκεί τα παιδιά μας θα έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες ταχύτερης ίασης». Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φαντασία να αντιληφθεί κανείς τις αντιδράσεις του σώματος.
-Ένα άλλο σημαδιακό περιστατικό, περί το 1984-84 θαρρώ, ήταν όταν πήγαν στο γραφείο του Θαλή οι γονείς μιάς φοιτήτριας (στρατηγός ο μπαμπάς), όπου η μαινόμενη σύζυγος ζήτησε να δει και να ζητήσει εξηγήσεις από τις «μέγαιρες», όπως τις απεκάλεσε, που τόλμησαν να κόψουν την κορούλα της. Ο Θαλής, ψυχραιμότατος, με εκείνο το σαρδόνιο χαμόγελό του, σήκωσε το τηλέφωνο και μέσω της γραμματέως, κάλεσε στο γραφείο του (αυτολεξεί) τις δύο μέγαιρες, μαζί με το γραπτό της φοιτήτριας. Οι δύο εξαίρετες συνάδελφοι, πήγαν έκπληκτες με το γραπτό, γεμάτο κοκκινιές, το οποίο είχαν βαθμολογήσει με 3 ή 3,5 αν θυμάμαι καλά. Ο Θαλής, αφού τις σύστησε στην μαινόμενη μαμά «Κυρία μου, ιδού οι μέγαιρες που ζητήσατε να δείτε», κοίταξε το γραπτό, το έδειξε στη μαμά και απευθυνόμενος στις δύο αγαπημένες του συναδέλφους με εκείνο το σαρδόνιο για τέτοιες περιστάσεις χαμόγελό του, τις είπε: «Παρακαλώ πολύ να είστε πιο φειδωλές στην βαθμολογία σας. Το γραπτό έπρεπε να βαθμολογηθεί με 2». Ο μέχρι τότε τελείως άφωνος και άκρως συνεσταλμένος μπαμπάς, ίσως έκανε για πρώτη φορά την επανάστασή του. Αφού ζήτησε ταπεινά συγγνώμη από όλους, ξεκίνησε έναν υπέροχο δημόσιο ενδοοικογενειακό καυγά, χρησιμοποιώντας ένα εξειδικευμένο στρατιωτικό γλωσσικό ιδίωμα, προς τέρψη όλων.
Ο Θαλής ήταν ένας καθηγητής εκείνης της εποχής, που εξέπεμπε οικειότητα και αυστηρή τρυφεράδα, πράγματα καθόλου αυτονόητα τότε, όπου συνήθως το μοντέλο συμπεριφοράς των τακτικών και πρωτοβάθμιων καθηγητών ήταν η αφ’ υψηλού θεώρηση των πραγμάτων. Ήθελε όλοι οι συνεργάτες του να τον προσφωνούν με το μικρό του όνομα, σε εποχές όπου οι τύποι απαιτούσαν προσφωνήσεις με τίτλο και επώνυμο. Κέρδιζε την εκτίμηση και χάριζε απλόχερα τη φιλία του, χωρίς μεμψιμοιρίες, σε όσους κατά την κρίση του το άξιζαν. Δεν διαψεύστηκε ποτέ για τις επιλογές προσώπων και δεν ακούστηκαν ποτέ, ούτε παρασκηνιακά, ούτε επί σκηνής, απαξιωτικά λόγια γι’ αυτόν. Τις αναπόφευκτες ακαδημαϊκές διενέξεις μεταξύ συναδέλφων -κοινός τόπος σε κάθε ΑΕΙ-, πάντα τις αντιμετώπιζε κατά περίπτωση, κινούμενος πάντοτε μέσα στα όρια μίας κλίμακας μεταξύ χιούμορ, απαλής ειρωνείας, έως και καυστικού σαρκασμού.

Ο Θαλής είχε μία εξαιρετική αίσθηση του χώρου. με την ευρεία έννοια του όρου. Τον γεωφυσικό χώρο τον διαφέντευε με επιστημονική μαεστρία. Τον ακαδημαϊκό χώρο τον χειριζόταν με ένα δικό του σύστημα, ένα μείγμα επάρκειας, αξιοκρατίας, καθαρότητας απόψεων και λεπτού χιούμορ. Στον κοινωνικό χώρο και στις ανθρώπινες σχέσεις, κατέθετε όλη την καλοπροαίρετη και τρυφερή διάθεσή του για τη ζωή. Ο Θαλής εξέπεμπε σε κάθε έκφανση της ακαδημαϊκής και κοινωνικής του ζωής, μια αρχοντιά άλλων εποχών. Ήταν ένας ρέκτης της επιστήμης, ένας ευπατρίδης, που ομόρφαινε με τον λόγο του την καθημερινότητα, χρωματίζοντας ακόμη και τις μουντές στιγμές της.

Ο Θαλής ήταν ένας εφαρμοσμένος επιστήμων-άνθρωπος, ένας πολέμιος της αγόγγυστης παραδοχής των πραγμάτων, ένας αμείλικτος διώκτης των ιδεοληπτικών φαντασμάτων και νεοπλασιών του παρελθόντος και ένας πομπός-δέκτης ενός παρόντος και μέλλοντος, όπου η δημοκρατία της γνώσης και η διάχυσή της σε όλους, θα αποτελούν τα κεντρικά εργαλεία και τα αντισώματα για την αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων που διαφαίνονταν ήδη από τότε στον ορίζοντα.

Ο Θαλής δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι είναι παντογνώστης. Έστηνε ευήκοον ους σε κάθε άποψη, την αξιολογούσε και ή την απέρριπτε ή την δεχόταν, ποτέ όμως άκριτα. Χωρίς φόβο αλλά με πάθος. Δεν κοίταζε την ιστορία μέσα από τις γρίλιες, αλλά με τα παράθυρα διάπλατα. Ήταν λάτρης της χρυσής τομής των πραγμάτων και πάντα έβρισκε με αρχοντικό τρόπο λύσεις. Δεν ισχυρίστηκε ποτέ, χρησιμοποιώντας το ακαδημαϊκό του κύρος, ότι είναι «αντικειμενικός». Γνώριζε καλά ότι η αντικειμενικότητα κάθε ανθρώπου είναι η ευπρέπεια της υποκειμενικότητάς του. Και ο Θαλής Αργυρόπουλος, ο Θαλής ο Ευπατρίδης, ο Θαλής ο Μειλίχιος, ήταν ένας σπάνιος άνθρωπος υπερθετικά ευπρεπής.

Ας είναι καλά εκεί που είναι. Έσπειρε σπόρους που έπιασαν ρίζες και έβγαλαν καρπούς.


Λοιπόν, Φύλαγέ μου Θεέ μου, τουλάχιστον όσα έχουν πεθάνει, που λέει η Κική Δημουλά, αλλά Φύλαγέ μου Θεέ μου και αυτά που δεν θα πεθάνουν ποτέ.


Γ.Σ.